ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Παρασκευή, Ιουνίου 30, 2017

Αντωνίου μητρ. Σουρόζ-Το κάλεσμα των αποστόλων


Εἶναι βασικὸ γιὰ ἐμᾶς νὰ κατανοήσουμε τὴ σχέση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ἀποστόλους. Ἄν μελετᾶτε τὸ Εὐαγγέλιο, θὰ δεῖτε ὅτι οἱ Ἀπόστολοι καὶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς γεννήθηκαν καὶ ἔζησαν στὴν ἴδια περιοχή. Ὁ Χριστὸς ἦρθε νὰ ζήσει σὰν παιδὶ στὴν Ναζαρέτ∙ οἱ Ἀπόστολοι ἔζησαν ὅλοι γύρω ἀπὸ τὸν τόπο Του. Δὲν γνωρίζουμε τίποτα ἀπὸ τὰ νεανικὰ χρόνια αὐτῶν τῶν ἀνδρῶν, ἀλλὰ ἄν σκεφτοῦμε ὅτι ἡ Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας βρισκόταν σὲ ἀπόσταση μικρότερη τῶν 4 μιλίων ἀπὸ τὴν Ναζαρέτ, ὅτι ὅλες οἱ πόλεις καὶ τὰ χωριὰ, ὅπου ὁ Πέτρος, ὁ Ἀνδρέας, ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Ἰάκωβος καὶ οἱ ἄλλοι μαθητὲς ἔζησαν, βρίσκονταν γύρω ἀπὸ τὸ ἴδιο μέρος, μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε ὅτι εἶχαν συναντήσει δεῖ καὶ ἀκούσει τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς παιδὶ καὶ ὡς νέο.

Δὲν γνωρίζουμε κάτι γιὰ τὴν ἐπιρροὴ τῆς προσωπικότητας Του, καθὼς μεγάλωνε ἁρμονικὰ εἰς ἄνδρα τέλειον, ἀπὸ ἀπόψεως πνευματικῆς σοφίας καὶ ἀρετῆς, ἀλλὰ ὑπῆρχαν μεταξύ τους δεσμοὶ οἰκειότητας. Οἱ μαθητὲς τοῦ Ἰωάννη, ὁ Ἀνδρέας καὶ ὁ Ἰωάννης, ἦταν μαθητὲς ἑνὸς ἐξαδέλφου τοῦ Κυρίου. Ὁ Ἰάκωβος ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ἰωάννη, ὁ Πέτρος ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ἀνδρέα. Ὅταν πρῶτοι συνάντησαν τὸν Χριστὸ, ἀναζήτησαν τοὺς φίλους τους Ναθαναήλ καὶ Φίλιππο. Ἀκόμα τὰ λόγια τοῦ Ναθαναήλ: «Μπορεῖ κάτι καλὸ νὰ προέλθει ἀπὸ τὴν Ναζαρέτ;» δὲν εἶναι παράξενα. Τι θὰ ἔλεγε ὁ κάθενας μας, ἄν τοῦ ἔλεγαν ὅτι ὁ Θεὸς ὁ ἴδιος ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ζεῖ σ’ἕνα χωριὸ 4 μίλια μακριὰ ἀπὸ τὸ χωριό του; 

Καὶ ἔπειτα ὑπάρχει μιὰ ὁλόκληρη πορεία ποὺ μποροῦμε ν’ ἀκολουθήσουμε στὰ Εὐαγγέλια, ὅπου μπορεῖ κάποιος νὰ δεῖ πῶς σταδιακὰ οἱ μαθητὲς ἀνακαλύπτουν τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, πῶς σταδιακά ἔρχεται πιὸ κοντὰ τους. Καὶ μιὰ μέρα, ἡ σχέση τους μαζί Του εἶναι τέτοια ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ Τὸν ἀφήσουν ἀκόμα καὶ καὶ ἄν τὸ ἤθελαν. Ὅταν οἱ περισσότεροι μαθητές Του τὸν ἐγκατέλειψαν, ὁ Κύριος εἶπε στοὺς δώδεκα: «Θὰ φύγετε κι ἐσεῖς;» κι ὁ Πέτρος ἀπάντησε: «Ποῦ νὰ πᾶμε; Τὰ λόγια Σου εἶναι λόγια ζωῆς αἰωνίου». Αὐτὴ ἡ σχέση ἀνάμεσα στοὺς μαθητές καὶ τὸν Χριστὸ, ποὺ ἴσως ἄρχισε μέσα ἀπο τὴ φιλία,κατόπιν ἐξελίχθηκε σὲ θαυμασμὸ, γιὰ ν’ἀναπτυχθεῖ σὲ σχέση ἀνάμεσα στοὺς μαθητὲς μὲ τὸν Διδάσκαλο καθ’ὁδὸν πρὸς τὸν Καίσαρα Φίλιππο, ἀναγνωρίζεται καὶ ὁμολογεῖται ἀπὸ ἕναν ἀπ’ αὐτοὺς ὡς δῶρο τοὺ Θεοῦ: «Εἶσαι ὁ Χριστὸς, ὁ Υἱὸς τοῦ Ζωντανοῦ Θεοῦ». 

Εἶναι μιὰ τόσο βαθιὰ, τόσο τέλεια, τόσο ὁλοκληρωμένη σχέση, ἔτσι ποὺ ὅταν ἀκόμα ὁ τρόμος τοὺς συνέχει, δὲν μποροῦν νὰ Τὸν ἀφήσουν. Ὅταν ὁ Χριστὸς λέει στοὺς μαθητὲς Του ὅτι πηγαίνει στὴ Βηθανία, ἐπειδὴ πέθανε ὁ Λάζαρος, οἱ μαθητές Τοῦ λένε: «Ἐπιστρέφεις στὴν Ἰουδαία; Δὲν σκοπεύουν νὰ σὲ σκοτώσουν;» Κι ἕνας λέει: «Ἄς πᾶμε καὶ ἄς πεθάνουμε μαζὶ Του». Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ Θωμᾶς, ἐκεῖνος ποὺ τόσο συχνὰ λογίστηκε σὰν ἄπιστος. Ὄχι, δὲν ἦταν ἄπιστος. Ἦταν ἕτοιμος νὰ ζήσει καὶ νὰ πεθάνει μὲ τὸν Διδάσκαλο του, ἀλλὰ δὲν εἶναι προετοιμασμένος νὰ δεχτεῖ μὲ εὐκολία τὰ νέα τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, μ’ ὅ,τι συνεπάγεται τὸ ζωηφόρο μήνυμα αὐτῆς, χωρίς νὰ εἶναι σίγουρος - ἐπειδὴ ὅταν ὁ Χριστὸς πέθανε στὸν Σταυρὸ, οἱ μαθητές Του σκορπίστηκαν φοβισμένοι γιὰ νὰ κρυφτοῦν, καὶ ὅμως ἦταν δεμένοι μ’ Ἐκεῖνον ὡς τὰ μύχια τῆς καρδιᾶς, τοῦ νοῦ καὶ τῆς ψυχῆς τους, ἔνοιωθαν ὅτι ἡ Ζωή ἔπαψε νὰ ὑπάρχει στὸν κόσμο, στὴν ζωή τους. Αὐτὸ μᾶς συμβαίνει ὅταν κάποιο ἀγαπητό πρόσωπο πεθαίνει. Τότε ἀνακαλύπτουμε ὅτι ἐπειδὴ πέθανε, κάθε τι, ρηχό, τετριμμένο, μικρό, πολὺ ἀσήμαντο, γιὰ νὰ εἶναι τόσο σημαντικὸ ὅσο ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος, χάνει κάθε νόημα. Ἀπομακρυνόμαστε ἀπ’ αὐτὸ, γινόμαστε τόσο σπουδαῖοι ὅσο ὁ τρόπος ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατο.

Αὐτὸ εἶναι ποὺ τοὺς συνέβη, ἀλλὰ τότε δὲν ὑπῆρχε ζωὴ, ὑπῆρχε μόνο ἔνας καταστρεπτικὸς,συντριπτικὸς θάνατος. Δὲν μποροῦσαν πιὰ νὰ ζοῦν, ἐπειδὴ ἡ Ζωὴ εἶχε φύγει ἀπὸ τὴ ζωή τους, ἀλλὰ μποροῦσαν νὰ συνεχίσουν νὰ ὑπάρχουν. Κι ὅμως ξαφνικὰ ἀνακάλυψαν ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν ζωντανός καὶ ὅτι μποροῦσαν νὰ ζοῦν καὶ ἀκόμη περισσότερο, ὅτι, κατὰ ἕνα μυστηριώδη τρόπο, ἐπειδὴ εἶχαν πεθάνει τόσο βαθιὰ καὶ ὁλοκληρωτικά μέσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἑνότητα μαζί Του, μποροῦσαν, μέσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἑνότητα – τὴ δική Του καὶ μαζὶ τὴ δική τους- νὰ εἶναι ζωντανοὶ, ἀλλὰ ζωντανοὶ μὲ ἀδιάσειστη τὴ βεβαιότητα ὅτι κανένας θάνατος δὲν μπορεῖ πλέον νὰ τοὺς ἀποκλείσει ἀπὸ τὴ ζωή, καμιὰ μορφὴ θανάτου∙ ὁ θάνατος εἶχε ἠττηθεῖ. Αὐτὸ εἶναι ποὺ ψάλλουμε τὸ Πάσχα, αὐτὸ διακηρύττουμε ὡς Εὐαγγέλιο. Ἡ ζωὴ ἔχει θριαμβεύσει, ὁ θάνατος δὲν ἔχει δύναμη ἐπάνω μας· τὸ σῶμα μας δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ μᾶς νικήσει ὅταν θὰ πεθάνει. Αὐτὴ εἶναι μία ἀπὸ τὶς κύριες μαρτυρίες τῶν ἀποστόλων· δὲν ἦταν ἁπλὰ τόσο πιστοὶ ὥστε νὰ εἶναι ἕτοιμοι νὰ πεθάνουν, ἀλλὰ ἦταν τόσο βέβαιοι ἀπὸ μιὰν ἐσωτερικὴ βεβαιότητα, ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα ποὺ ἀναβλύζει ἀπὸ μέσα τους, ἀπὸ τὴ νίκη μέσα τους τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον θάνατος. Κάποιος μπορεῖ εἰρηνικὰ ν’ ἀφήσει ὅ,τι εἶναι ἐφήμερο, καθὼς λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Γιὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο θάνατος δὲν σημαίνει ὅτι ἀπεκδύεται τὴν ἐφήμερη ζωή, σημαίνει ὅτι ζεῖ τὴν αἰωνιότητα, τὴν αἰωνιότητα ποὺ πραγματοποιεῖται ἤδη ἀπὸ τώρα, ὅπως ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ, ἀγωνιζόμενος νὰ τὴν κάνει πραγματικότητα σ’ αὐτὸ ποὺ ἀποκαλεῖ σῶμα τῆς ἁμαρτίας. 



πηγή και απόδοση στὴν νεοελληνική : www.agiazoni.gr

Πέμπτη, Ιουνίου 29, 2017

Όποιος έπαθε Χριστόν, έμοιασε στον Χριστό


Φωτογραφία του Panteleimon Krouskos.

Αν η πίστη μας ήταν φιλοσοφία, σχολή, ιδεολογικό ρεύμα,μυστικισμός μπορεί να μην περνούσε απαρατήρητη, λόγω της δυναμικής και αυτών πού εκφράζει, αλλά δεν θα είχε βιωσιμότητα μεγάλη, ούτε πολλούς ακολούθους. Θα γεννιόταν και θα έλαμπε σαν πυροτέχνημα για να σβήσει. Και σήμερα, πολλοί λίγοι αναζητητές ζωής, θα την ανακάλυπταν από τις πηγές και θα την ακολουθούσαν μεμονωμένα, με μια διάθεση ρομαντισμού. Οι απόστολοι όμως δεν ήταν εισηγητές μιας ιδέας και φωτισμένοι δάσκαλοι, ήταν τα στόματα του αγίου Πνεύματος, εικόνες του Χριστού. Όταν παρουσιάζοταν στους ανθρώπους, φαίνοταν ως τύποι ζωντανοί του Σταυρού και της Ανάστασης και έτσι επήγνυαν εκκλησίες ανά τον κόσμο και άλλαξαν την οικουμένη. Πολλοί ζηλώνουν ζήλο καλό, αλλά γρήγορα ξεχνιούνται από τους ανθρώπους και απογοητεύονται. Γιατί δεν έχουν την κλήση ή την πιστότητα της αλήθειας του Θεού. Οι απόστολοι φώτισαν τον κόσμο με αυτό πού ήταν οι ίδιοι και μετά με τα λόγια τους. Οι απόστολοι ήταν όλοι Χριστός!

Όποιος έπαθε τον Χριστό, έμοιασε  στον Χριστό. "Εις τα ίδια ήλθε" και αυτός σαν τον Χριστό, αλλά οι δικοί του δεν τον παρέλαβαν.Ετσι και οι απόστολοι,διωγμένοι από τον κόσμο, από ξένους και δικούς για το όνομα "Χριστός". Θα είστε μισούμενοι για το όνομα μου, προείπε ο Χριστός.Δεν είναι εύκολο να είσαι του Χριστού. Είναι ένας δρόμος γεμάτος αγωνία και αίμα.Αυτή η μυστική χαρά πού δίνεται στους αγίους, από πόσες Γεθσημανές και Γολγοθάδες περνάει! Γι αυτό και ο Χριστός είπε "άρατε τον σταυρό σας και ακολουθήστε με". Δεν υποσχέθηκε ανέσεις και ευκολίες.Αυτό πρέπει να το βάλουμε καλά στο μυαλό μας. Όταν ασθενώ είμαι δυνατός, λέει ο Παύλος. Η δε σοφία των αββάδων: Η καλοπέραση είναι δείγμα πνευματικής νωθρότητας.

Στον μεν Πέτρο ο Χριστός είπε:Όταν γεράσεις, άλλος θα σε δέσει και θα σε πάει εκεί πού δεν ήθελες. Εννοούσε το μαρτύριο και τον θάνατο.
Ο δε Παύλος, ο πλέον βασανισμένος και καταδιωγμένος άνθρωπος, περιγράφει μόνος του, τα βάσανα και τις ταλαιπωρίες πού υπέστη, με έναν τρόπο έντονα δραματικό!
"Από τους Ιουδαίους έλαβα πέντε φορές σαράντα παρά μία μαστιγώσεις, τρεις φορές ραβδίστηκα, μια φορά λιθοβολήθηκα, τρεις φορές ναυάγησα, ένα μερόνυχτο έχω κάνει στο βυθό. Σε οδοιπορίες πολλές φορές, σε κινδύνους ποταμών, σε κινδύνους ληστών, σε κινδύνους από το γένος μου, σε κινδύνους από τους εθνικούς, σε κινδύνους στην πόλη, σε κινδύνους στην ερημιά, σε κινδύνους στη θάλασσα, σε κινδύνους μεταξύ ψευδάδελφων, με κόπο και με μόχθο, σε αγρυπνίες πολλές φορές, με πείνα και δίψα, με νηστείες πολλές φορές, με ψύχος και γυμνότητα. Εκτός των άλλων, η επίβλεψή μου η καθημερινή, η μέριμνα για όλες τις εκκλησίες. Ποιος ασθενεί και δεν ασθενώ; Ποιος σκανδαλίζεται και εγώ δεν καίομαι; Αν πρέπει να καυχιέμαι, θα καυχηθώ για τα πράγματα που δείχνουν την αδυναμία μου. Ο Θεός και Πατέρας του Κυρίου Ιησού, που είναι ευλογητός στους αιώνες, ξέρει ότι δεν ψεύδομαι. Στη Δαμασκό, ο εθνάρχης του βασιλιά Αρέτα φρουρούσε την πόλη των Δαμασκηνών για να με πιάσει, και διαμέσου μιας θυρίδας μέσα σε δίχτυ με κατέβασαν από το τείχος και ξέφυγα από τα χέρια του. ...και εξαιτίας της υπερβολής των αποκαλύψεων για να μην υπερυψώνομαι, μου δόθηκε αγκάθι στη σάρκα, άγγελος του Σατανά, για να με χαστουκίζει, ώστε να μην υπερυψώνομαι. Γι’ αυτό, τρεις φορές τον Κύριο τον παρακάλεσα, να απομακρυνθεί από εμένα. Και μου έχει πει: «Σου αρκεί η χάρη μου, γιατί η δύναμη μέσα σε αδυναμία τελειοποιείται». Πολύ ευχαρίστως, λοιπόν, μάλλον θα καυχηθώ στις αδυναμίες μου, ώστε να κατασκηνώσει πάνω μου η δύναμη του Χριστού.( από την δεύτερη προς κορινθίους)

από αναρτήσεις μας στο ΦΒ

Φ.Κόντογλου-Ο Απόστολος Παύλος και ο παραμορφωμένος χριστιανισμός



Αὐτοὶ οἱ διδάσκαλοι τοῦ λαοῦ δὲν ρωτᾶνε τίποτα, αὐτοὶ τραβᾶνε τὸ χαβά τους. Τὸν Παῦλο, ποὺ εἶχε πῆ χίλιες φορὲς καὶ κατὰ χίλιους τρόπους πὼς ἡ γλωσσικὴ ἐπιτηδειότητα δηλ. ἡ ρητορεία, εἶναι ψεύτικη καὶ δὲν τὴ θέλει ὁ Χριστός, αὐτοί, σώνει καὶ καλά, μὲ τὸ ζόρι, τὸν ἀνακηρύξανε «μέγαν ρήτορα», αὐτὸν ποὺ εἶπε λ.χ. «οὐ γὰρ ἀπέστειλέ με ὁ Χριστὸς βαπτίζειν, ἀλλ᾿ εὐαγγελίζεσθαι, οὐκ ἐν σοφίᾳ λόγου, ἵνα μὴ κενωθῆ ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ», καὶ ποὺ γράφει στοὺς Κολοσσαεῖς: «Βλέπετε (προσέξετε) μὴ τὶς ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου, καὶ οὐ κατὰ Χριστόν». Αὐτοὶ ὅμως ποὺ ἐξηγοῦνε στὸ λαὸ τὴν Ἁγία Γραφή, εἶναι κουφοὶ καὶ τυφλοί, ἢ κάνουνε πὼς δὲν ἀκοῦνε καὶ δὲν βλέπουνε, κι᾿ αὐτὸν ποὺ εἶπε πὼς ἡ φιλοσοφία εἶναι «κενὴ ἀπάτη», τὸν ἀνακηρύξανε μέγαν φιλόσοφον, στοχαστήν, τετραπέρατον ἐγκέφαλον «κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου, καὶ οὐ κατὰ Χριστόν». Θέλουνε νὰ τὸν κάνουνε «ἐφάμιλλον τῶν ἀρχαίων φιλοσόφων οἵτινες ἐδόξασαν τὴν ἀνθρωπότητα», ὥστε νὰ ἔχη κι᾿ ὁ Χριστιανισμὸς κάποιους μεγάλους νόας κι᾿ ὄχι μοναχά τους πτωχοὺς τῷ πνεύματι, τὰ φτωχαδάκια, τοὺς ἀγράμματους Ἀποστόλους, τοὺς ἁπλοϊκοὺς ἀσκητάδες, τοὺς εὐκολόπιστους μάρτυρες καὶ ἁγίους. Τοὺς τέτοιους ψευτοχριστιανοὺς τοὺς τρώγει ἡ περηφάνια, ἡ κοσμικὴ ματαιοδοξία, ἐπειδὴ εἶναι αὐτοὶ ποὺ λέγει ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος «εἰκῆ φυσιούμενοι ὑπὸ τοῦ νοὸς τῆς σαρκὸς αὐτῶν», καὶ «ἐν σαρκὶ ὄντες» καὶ τὰ σαρκικὰ τιμῶντες, ου θέλουν «Θεῷ ἀρέσει». Τὸν Παῦλο ποὺ εἶπε τὸν φοβερὸ τοῦτον λόγο «πᾶν ὃ οὐκ ἐκ πίστεως, ἁμαρτία ἐστίν» δηλ. «ὅ,τι δὲν προέρχεται ἀπὸ τὴν πίστη, εἶναι ἁμαρτία», μὲ τὴ μικρόλογη διάνοιά τους, τὸν κατεβάσανε στὰ μέτρα τους, κάνοντας τὸν λογοκόπο ρήτορα, φιλόσοφο, κοινωνιολόγο, πολιτικό, διοργανωτή, ψυχολόγο, παιδαγωγό, καιροσκόπο, ἐπειδὴ αὐτὰ καταλαβαίνουνε, κι᾿ αὐτὰ εἶναι οἱ πιὸ μεγάλοι τίτλοι ποὺ μποροῦνε νὰ φαντασθοῦνε. Μὲ πιὸ γερὰ λόγια καὶ πιὸ καθαρά, ζωηρὰ καὶ τρανταχτά, δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς πῆ αὐτὰ τὰ πράγματα κανένα στόμα, παρεκτὸς ἀπὸ τὸν Παῦλο, καὶ ὅμως δὲν πήρανε χαμπάρι οἱ καινούριοι γραμματεῖς. Ἂς εἶναι τὰ λόγια του σὰν σφυριὰ ποὺ κοπανᾶνε τὰ ξερὰ καύκαλά τους, ἐκεῖνοι: τὸ γουδὶ τὸ γουδοχέρι. Ἄκουσε πὼς μιλᾶ ὁ Παῦλος γιὰ τὴν ἀρχαία σοφία: «Ἐπειδὴ (γάρ) ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας (φιλοσοφίας) τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας. Ἐπειδὴ καὶ Ἰουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι, καὶ Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν, ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν...». Λοιπόν, ἰδοὺ τί λέγει ὁ Παῦλος καὶ τί διδάσκουνε οἱ ἐξηγητὲς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ Παύλου, δηλαδὴ τὴ μεμωραμένη σοφία, ποὺ θεωρεῖ τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ μωρία.

Δείχνω μεγάλη ἐπιμονὴ σ᾿ αὐτὸ τὸ ζήτημα, γιατὶ αὐτοὶ ποὺ θέλουνε νὰ νοθέψουνε τὸ κατακάθαρο νερὸ τοῦ Εὐαγγελίου, «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν τὸ ἀλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον», μὲ τὰ βαλτόνερα τῆς γνώσης καὶ τῆς ἀρχαίας φιλοσοφίας ποὺ πίνανε κεῖνον τὸν καιρὸ οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι, «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα», χωρὶς νὰ ξεδιψάσουνε, αὐτοὶ λοιπὸν οἱ τυφλοὶ ὁδηγοὶ στραβώνουνε τὸν κόσμο, καὶ γίνουνται αἰτία μὲ τὶς θεωρίες τους νὰ πέφτουνε οἱ νέοι στὴν ἀπιστία, γιατί ψυχὲς ποὺ θρέφονται μὲ τὴν «κενὴ ἀπάτη», ποὺ θὰ καταντήσουνε παρὰ στὴν ἀπιστία, ὁμολογημένη ἢ ἀνομολόγητη;
       Ὅλα αὐτὰ προέρχονται ἀπὸ τὸν παραμορφωμένο Χριστιανισμὸ ποὺ μαθαίνουν ὅσοι δασκαλεύονται στὰ πανεπιστήμια τῆς Δύσης, ποὺ εἶναι ἡ πατρίδα τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τοῦ οὐμανισμοῦ, κ᾿ ὕστερα τὸν φέρνουνε αὐτὸ τὸν ὀρθολογιστικὸ Χριστιανισμὸ σ᾿ ἐμᾶς. Γιατὶ ἔχουμε τὴν κατάρα νὰ μαθαίνουνε ὅλα τὰ δικά μας ἀπὸ τοὺς ξένους, ἀκόμα καὶ τὴν ἀρχαία γλώσσα.
       Γυρίζω πάλι στὸν Παῦλο, γιὰ νὰ πάρω ἀπ᾿ αὐτὸν κι᾿ ἄλλα θεόπνευστα λόγια ποὺ βγάζουνε ψεῦτες αὐτοὺς τοὺς φραγκοσπουδασμένους οὐμανίστες ψευτοχριστιανούς. Καὶ παίρνω ὅλο λόγια τοῦ Παύλου, γιατὶ σ᾿ αὐτὸν τὸν ἅγιο φανερώνουνε τὴν περισσότερη ἐκτίμησή τους, ἐπειδή, μὲ τὰ μέτρα ποὺ τὸν κρίνουνε, βρίσκουνε σ᾿ αὐτὸν περισσότερη ἐγκόσμια γνώση, κοινωνικὴ δραστηριότητα, ρητορικὴ δεινότητα, μεθοδικότητα, ψυχολογικὴ cξύτητα, κι᾿ ἕνα σωρὸ ἄλλα τέτοια ποὺ τὰ ἐκτιμοῦνε πολύ, χωρὶς νὰ μποροῦνε νὰ δοῦνε οἱ θεότυφλοι πὼς ὁ Παῦλος εἶναι ὁ μεγαλύτερος καὶ σφοδρότερος ἐχθρὸς καὶ κατακριτὴς τῆς στραβῆς ἀντίληψης ποὺ ἔχουνε γιὰ τὴ χριστιανικὴ θρησκεία.
         Γράφει λοιπὸν ὁ θεόγλωσσος Παῦλος καὶ ρωτᾶ: «Ποῦ σοφός; Ποῦ γραμματεύς; Ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; (δηλ. τῆς κοσμικῆς σοφίας). Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου;» Σὰν νὰ λέγη: «Ποιὸς ἀπὸ τοὺς σοφούς του κόσμου τούτου, ἀπὸ τοὺς φιλοσόφους καὶ τοὺς δεινοὺς συζητητᾶς, μὲ τὴ διαλεκτική τους, θὰ μπορέση νὰ συζητήση, ἢ κἂν νὰ καταλάβη αὐτὰ ποὺ λέμε ἐμεῖς οἱ μωροί, ἐμεῖς ποὺ δὲν γνωρίζουμε τὰ μαστορικὰ γυρίσματα τῆς διαλεκτικῆς, ἐμεῖς οἱ ἀπαίδευτοι ἀνατολίτες, κι᾿ ὄχι κατὰ βάθος ἐμεῖς, ἀλλὰ αὐτὰ ποὺ λέγει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον μὲ τὸ στόμα μας;»
        Καὶ παρακάτω γράφει: «Σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου, οὐδὲ τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου, τῶν καταργουμένων». Ποιοὶ εἶναι οἱ ἄρχοντες τοῦ αἰῶνος τούτου, οἱ καταργούμενοι, παρὰ οἱ φιλόσοφοι κ᾿ οἱ ρήτορες κ᾿ οἱ ἄλλοι λογῆς-λογῆς μαστόροι τῆς κοσμικῆς λογοτεχνίας, ποὺ τὰ σκοτεινὰ φῶτα τους, λένε οἱ τυφλοὶ διδάσκαλοι τοῦ λαοῦ πὼς χρειάζονται στὸ χριστιανό, σὰν νὰ μὴν τοὺς φθάνη τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ λέγει «ἂν τὸ φῶς ποὺ ἔχουνε μέσα τους (οἱ τέτοιοι) εἶναι σκοτάδι, τὸ σκοτάδι τοὺς πόσο πρέπει νὰ εἶναι;»
Ἡμεῖς κάναμε ἕνα δικό μας Χριστιανισμό, ἕνα βολικό, ἕναν ἀνθρωπινὸ καὶ λογικὸ Χριστιανισμό, ὅπως λέγει ὁ μεγάλος Ἱεροεξεταστὴς τοῦ Ντοστογιέφσκη, γιατὶ ὁ Χριστιανισμὸς ποὺ δίδαξε ὁ Χριστὸς εἶναι ἀνεφάρμοστος, ἀπάνθρωπος. Ἐμεῖς, ἀντὶ ν᾿ ἀνέβουμε πρὸς τὸν Χριστό, ποὺ λέγει «ἐγὼ σὰν ὑψωθῶ, θὰ σᾶς τραβήξω ὅλους πρὸς ἐμένα», τὸν κατεβάσαμε ἐκεῖ ποὺ βρισκόμαστε ἐμεῖς, καὶ κάναμε ἕνα Χριστιανισμὸ σύμφωνο μὲ τὶς ἀδυναμίες μας, μὲ τὰ πάθη μας, μὲ τὶς κοσμικὲς φιλοδοξίες μας, καὶ δώσαμε καὶ στοὺς ἁγίους τὰ προσόντα ποὺ ἐκτιμοῦμε καὶ ποὺ θαυμάζει ἡ ὑλοφροσύνη μας, τοὺς κάναμε φιλοσόφους, ρήτορας, πολιτικούς, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, παιδαγωγούς, ἐπιστήμονες κ.λπ. Ὁ μεγάλος Ἱεροεξεταστής, σὰν πήγανε μπροστά του τὸν Χριστὸ (ποὺ πρόσταξε νὰ τὸν πιάσουνε, ἐπειδὴ ξανακατέβηκε στὴ γῆ καὶ τὸν ἀκολουθοῦσε ὁ κόσμος), τοῦ εἶπε: «Τὸν καιρὸ ποὺ ἦρθες στὸν κόσμο ἔφερες στοὺς ἀνθρώπους μία θρησκεία σκληρή, ἀνεφάρμοστη, ἀπάνθρωπη. Ἐμεῖς τὴν κάναμε βολική, ἀνθρωπινή. Τί ξαναἦρθες νὰ κάνης πάλι στὸν κόσμο; Νὰ μᾶς τὴ χαλάσης, μόλις τὴ βάλαμε στὸ δρόμο; Γι᾿ αὐτό, θὰ διατάξω νὰ σὲ κάψουνε ἐν ὀνόματί σου, σὰν αἱρετικόν».
         Ὁ βολικός, ὁ ἀνθρωπινὸς Χριστιανισμός, αὐτὸ τὸ ἀνθρώπινο κατασκεύασμα, εἶναι ἡ συχαμερὴ παραμόρφωση ποὺ ἔπαθε τὸ Εὐαγγέλιο ἀπὸ τὴν πονηρὴ ὑλοφροσύνη τῆς σαρκός.

Αποσπάσματα από το Φώτης Κόντογλου - Ὁ Μέγας Βασίλειος κι᾿ ὁ παραμορφωμένος Χριστιανισμός
(ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996)

Τετάρτη, Ιουνίου 28, 2017

Γιατί κυρίως αγαπάμε τους δύο κορυφαίους...


Η Εκκλησία εορτάζει αύριο την βαθιά αγάπη, την τέλεια αφοσίωση, την
γενναιότητα του χαρακτήρα, την πνευματική ανδρεία στα πρόσωπα των δύο
κορυφαίων.



Τόσο μέγιστοι και ξεχωρισμένοι από μας, όσο και πολύ κοντά 
στην καθημερινότητα μας. Δύο απόστολοι με πάθος, ζήλο, ιερή κυκλοθυμία, γιατί είναι συγκινητικά ανθρώπινη,πού το κάθε πάθος τους το μετήλλαξαν σε υψηλή αρετή.



Υπάρχει ποιό οικεία εικόνα στον χριστιανό, με τις μεγάλες και μικρές προδοσίες, από αυτην του Πέτρου πού πρώτα αρνείται και  μετανοει για να ομολογήσει μετά;



Υπάρχει πιό συνηθισμένη ανθρώπινη εικόνα από αυτήν του Παύλου, πού διώκει πρώτα και μετά διακονεί;

Και οι δύο εκεί πού ανταριάζονται εκεί συγχωρούν και ευλογούν. Εκεί πού θυμώνουν, εκεί μεταμελούνται, υπομένουν και φέρονται πατρικά.



Γι αυτούς δεν υπάρχουν εμπόδια και δυσκολίες. Το κάθε τί είναι Χριστός.



Ο ένας ψαράς και ο άλλος σκηνοποιός.Δύο φιγούρες της καθημερινότητας πού κρύβουν κάτι το διαφορετικό από τον κοινό κόσμο. Το βαθύ μυστήριο της αγιότητας με την ιερότητα της απλής κοινοτοπίας.



 Ο ένας με εγκόσμιες προσδοκίες πριν γνωρίσει τον Χριστό, ο άλλος θρησκευόμενος με μεταφυσικές ανησυχίες πριν το όραμα της Δαμασκού. Εικονίζουν τα θέλω και τον χαρακτήρα κάθε θρησκευόμενου. Τα συμπεριλαμβάνουν και τα ανακεφαλαιώνουν ΟΛΑ.

Μα πάνω απ' όλα είναι η ίδια η μετάνοια, η μεταστροφή τους! Αυτή η μακαρία βεβαιότητα και σιγουριά πού δίνουνε στον κάθε αμαρτωλό από εμάς,ο οποίος με αγωνία κοιτάζει δεξιά και αριστερά να βρεί διέξοδο στον Χριστό μέσα στο κελί της εξορίας του, πώς και ο μεγαλύτερος ασθενής, ο πεσμένος, αυτός πού δείλιασε ή ζήλωσε την οργή ή έπεσε , πώς μπορεί να αναστηθεί, να επανέλθει και όχι μόνον αυτό αλλά να γίνει ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ!


 Ε λοιπόν αυτοί οι Απόστολοι, αυτοί οι δύο πού στην αγιότητα δεν φτάνουμε ούτε το δαχτυλάκι τους , είναι ταυτόχρονα εκείνοι πού αντικατοπτρίζουν με την κατ’ άνθρωπον συμπεριφορά τους, τον ΧΡΙΣΤΙΑΝΟ όλων των αιώνων.Με τον αγώνα, τις μεταπτώσεις, τις νίκες, τις ήττες, τις αρετές και τα πάθη του!




Γι αυτό και τους αγαπάμε και τους ξεχωρίζουμε ιδιαίτερα.

Κυριακή, Ιουνίου 25, 2017

«Αγαπάς με»;

  


 «Αγαπάς με;» (Ιωάν. κα΄, 15). Η ερώτηση που ετέθη από τον Ιησού στον Σίμωνα Πέτρο ισχύει και για τον καθένα μας. Είναι η ουσιαστική ερώτηση. Η απάντηση που θα δώσω προσδιορίζει τη σχέση μου με το Σωτήρα.
Θα τολμήσω να πω με τον Πέτρο: «Κύριε, Συ πάντα οίδας, Συ γινώσκεις ότι φιλώ Σε» (Ιωάν. κα΄, 17). Μα τόσο συχνά η ζωή μου, τα έργα μου, αναιρούν μια παρόμοια βεβαίωση.
   Να ομολογήσω ταπεινά ότι δεν έχω αυτήν την αγάπη; Να πω με απλότητα, ίσως και με ειλικρίνεια: «Όχι, Κύριε, δεν Σ’ αγαπώ»; Μια τέτοια όμως ριζική άρνηση δεν είναι σωστή. Διότι, ακόμη και στις χειρότερες πτώσεις μου, η ανάμνηση του Λυτρωτού, η μορφή Του, δεν σβήνουν εντελώς από την ψυχή μου. Δεν παύουν να με τραβούν. Περίπλοκη κατάσταση του αμαρτωλού, που ακόμη και στο βάθος της αθλιότητός του, κι όταν δεν έχει τη δύναμη να σπάσει τα δεσμά του, στρέφει με πόθο το κεφάλι προς τον Ιησού πλημμυρισμένος από τη νοσταλγία της ενώσεως μαζί Του.
   Η μόνη απάντηση που θα μπορούσα να δώσω είναι: «Κύριε, γνωρίζεις τα πάντα. Γνωρίζεις ότι θα ήθελα να σ’ αγαπώ. Δος μου την αγάπη Σου»…
 «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (Ιωάν. ιδ΄, 15). Τρομερή φράση. Με καταδικάζει. Το να τηρούμε το λόγο του Ιησού σημαίνει: να εφαρμόζουμε τα παραγγέλματά Του. Το νόημα της φράσεως, το νόημα το πιο φυσικό, θα ήταν: το δείγμα της αυθεντικής αγάπης για τον Ιησού είναι μια ζωή σύμφωνη με τα παραγγέλματά Του.
   Ένα άλλο νόημα (που δεν αποκλείει το προηγούμενο) είναι:Μόνο εκείνος που αγαπά τον Ιησού μπορεί να τηρήσει το λόγο του Ιησού. Η αγάπη που προηγείται της υπακοής, που είναι προϋπόθεση υπακοής. Η υπακοή διατηρεί και προφυλάσσει την αγάπη, της δίδει συνέχεια και ασφάλεια. Αλλά η πηγή της υπακοής, το νόημά της και η εσωτερική της δύναμη βρίσκεται στην αγάπη.
Κύριε Ιησού, πως μπορώ να Σε υπακούσω, αν δεν Σ’ αγαπώ; Μετάστρεψέ με πρώτα, φέρε με στην περιοχή της αγάπης Σου. Τότε θα μάθω να Σε υπακούω. Είμαι πολύ αδύνατος να τηρήσω το λόγο Σου, αν δεν με κρατήσει, αν δεν με βαστάξει η αγάπη Σου. Εάν η καρδιά μου δεν είναι γεμάτη από την αγάπη Σου, εύκολα θα μπορεί να μπει ο πειρασμός και να την κατακτήσει. Γι’ αυτό και Σε ικετεύω: Γέμισε την καρδιά μου όπως γεμίζουν ένα ποτήρι με νερό ως τα χείλη. Έτσι ώστε να είναι αδύνατο να χωρέσει έστω και μια ξένη σταγόνα. Μόνο η ελπίδα που έχω ότι θα μου δώσεις την αγάπη Σου με κάνει να μην απελπίζομαι. Να μη χάνω την ελπίδα μου ότι θα τηρήσω κάποια μέρα το λόγο Σου…
 … Στην αμαρτωλή γυναίκα συγχωρήθηκαν πολλά, διότι «ηγάπησεν πολύ»; Ή αγάπησε πολύ, διότι της συγχωρήθηκαν πολλά; Το ελληνικό κείμενο του Ευαγγελίου αφήνει περιθώρια και για τις δύο ερμηνείες. Και η μία και η άλλη εκφράζουν μια βαθιά αλήθεια. Η πρώτη τοποθετεί την άφεση σαν απάντηση στην αγάπη. (Φυσικά αποκρούομε μιαν έννοια αγάπης που θα ήταν πρόφαση, για να καλύψει κάθε παράβαση). Ακόμη και σ’ αυτή την πρώτη ερμηνεία η αγάπη που φέρνει την άφεση είναι ήδη μια χάρη, μια πρωτοβουλία του Χριστού. Στη δεύτερη ερμηνεία, όπου η συγχώρηση γεννά την αγάπη, η πρωτοβουλία του Κυρίου παραμένει απόλυτη: Προκαλεί την πρώτη κίνηση της μεταστροφής, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει συγχώρηση. Ακολουθεί η άφεση που καθιερώνει πια τη μεταστροφή. Και τέλος η αγάπη, απάντηση της ψυχής που δέχτηκε την άφεση. Αν αγαπούσα τον Ιησού στο μέτρο της αφέσεως που μου χάρισε, σίγουρα θα γινόμουν μια γιγάντια φωτιά αγάπης.
  «Μείνατε εν τη αγάπη τη εμή» (Ιωάν. ιε΄, 9). Το κείμενο δείχνει καθαρά ότι δεν πρόκειται για τη δική μας αγάπη προς τον Ιησού, αλλά για την αγάπη του ίδιου του Ιησού. «Μείνατε στην αγάπη που είναι δική μου, στην αγάπη που με κινεί, στην αγάπη που εκφράζει όλη τη φύση μου». Μα η αγάπη του Ιησού είναι η πηγή και η δύναμη και της δικής μας αγάπης προς τον Ιησού.
(Από το βιβλίο «Ιησούς» του Λεβ Ζιλέ, σελίδα 71- 74)
πηγή

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ



Η Ορθοδοξία αυστηρά μας θέλει καθαρούς και αθώους. Έχει μεγάλες απαιτήσεις από εμάς. Δίχως Θεό θα ήμασταν σίγουρα πιο παλιάνθρωποι. Είναι αλήθεια πως δεν είμαστε άγιοι. Το χειρότερο είναι να κάνουμε τους αγίους. Αυτό δεν αρέσει διόλου στον Θεό. Η Ορθοδοξία μας θέλει ανυπόκριτους, ατόφιους, γνήσια ταπεινούς κι επιεικείς με τους άλλους. Επίσης ακαχύποπτους, αζηλόφθονους και καρτερικούς.
Ο Χριστός της Ορθοδοξίας είναι προσιτός, φιλικός, ευγενικός, συγχωρητικός και συμπαθητικός. Ποτέ δεν μίλησε σκληρά στους αμαρτωλούς ούτε ποτέ τους περιφρόνησε. Κατανοεί την αδυναμία μας, τον παρασυρμό μας, την αδυναμία μας. Δεν κακιώνει, δεν επιτιμά, δεν τιμωρεί κι εκδικείται. Συγχωρεί, αγαπά, θυσιάζεται για μας.
Ένας Εβραίος-Ρουμάνος, που έγινε στη φυλακή ορθόδοξος, γράφει στο "Ημερολόγιο της ευτυχίας" του, ο Νικολάε Στάινχαρτ: Ο Θεός "σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτή η αφηρημένη έννοια, ο ψυχρός δημιουργός, δεν είναι ο αχώρητος και αμετάβλητος Βράχμα, δεν είναι η θεότητα της γνώσης που εκδιπλώνει τους αιώνες ". Η Ορθοδοξία δεν είναι μια ωραία θρησκεία ανάμεσα στις άλλες καλές. Είναι τρόπος, στάση, ύφος και ήθος ζωής. Είναι η θυσιαστική αγάπη δίχως ανταλλάγματα. Η αγάπη των εχθρών και η συγχώρεση των πάντων. Είναι ένα σκάνδαλο και μια μωρία για τους πολύ λογικούς η Ορθοδοξία.
Η ορθόδοξη διδασκαλία δεν είναι η ασαφής, μπερδεμένη, δύσκολη, ακατόρθωτη. Δεν είναι για τους ευκολόπιστους και τους φανατικούς θρησκόληπτους. Είναι για απαιτητικά πνεύματα, για αισιόδοξους και μαχητικούς. Δίνει την πραγματική ελευθερία και μακαριότητα. Η ειρήνη, η ηρεμία, η γλυκύτητα των αγίων το φανερώνει. Η Ορθοδοξία δεν είναι αναλγητικό και ναρκωτικό. Είναι συνεχής διακινδύνευση, εγρήγορση, ορθοστασία, αγρύπνια, ανάταση. Η Ορθοδοξία δεν είναι ελληνική, είναι οικουμενική. Δεν κρύβεται στο Άγιον Όρος ή τα Ιεροσόλυμα αλλά στην καρδιά του κάθε αληθινού ταπεινού.
Όσοι θεωρούν ότι η Ορθοδοξία είναι για τους απλοϊκούς και αφελείς πλανάται πλάνη οικτρή. Αν νομίζει κανείς ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία μαθητεύουν κάποιοι χασομέρηδες, κλαψιάρηδες, λαθεύει. Οι Ορθόδοξοι αγωνίζονται για την ακεραιότητα, τη διαφάνεια και τη γνησιότητα. Δεν είναι ακατάδεκτοι, ψυχροί. Η ματαιότητα του κόσμου δεν τους μελαγχολεί, αλλά τους συνετίζει καίρια. Ο Θεός μας δεν είναι μάγος, φακίρης, ταχυδακτυλουργός και παράξενος θαυματοποιός. Δεν του αρέσουν τα μεσοβέζικα πράγματα, τα μελαγχολικά, τα βιαστικά, ανυπόμονα και χλιαρά. Αγαπά κυρίως τα αληθινά, τ ατόφια, τα ταπεινά.
Στην Ορθοδοξία πάντοτε ελπίζουμε, μυστικά χαιρόμαστε, δεν μπορούμε να μην αισιοδοξούμε. Ζούμε για ν αγαπάμε. Όποιος νομίζει ότι η Ορθοδοξία θέλει εχθρούς, μόνο πολεμά, είναι για να εξουσιάζει και να καταδικάζει, αστοχεί σοβαρά. Για ν αναστηθούμε θα πρέπει πρώτα να σταυρωθούμε. Η σταύρωση θέλει προετοιμασία. Η σταύρωση θέλει την ώρα της. Η Ορθοδοξία είναι σταυρωμένη, τεταπεινωμένη και αναστημένη.
Ορθοδοξία σημαίνει ορθοπραξία. Ορθή και αληθινή γνώση και καθαρή ζωή. Η Ορθοδοξία είναι παρεξηγημένη. Ίσως φταίμε κι εμείς που την παρουσιάσαμε λαθεμένα. Η Ορθοδοξία περισσότερο βιώνεται και λιγότερο διδάσκεται. Η Ορθοδοξία είναι μια στοργική μητρική αγκαλιά, που γνωρίζει ν αναπαύει τα τέκνα της εξαίσια.

+γέρων Μωϋσής Αγιορείτης

Σάββατο, Ιουνίου 24, 2017

Κυριακή Γ΄Ματθαίου:Χωρίς εμού, ου δύνασθε ποιείν ουδέν


Η ευαγγελική περικοπή, πού ακούσαμε σήμερα στις εκκλησίες, έχει να κάνει με μία εσωτερική πάλη αναζήτησης σε κάθε χριστιανό: Την φοβερή εκείνη σύγκρουση της πίστης στον Θεό και την ύπαρξη Του μέσα από τις ενέργειες και τα δωρήματα Του και την λατρεία και πίστη στον εαυτό μας. Συγκρούονται δύο κόσμοι. Ο χριστιανός πού τα πάντα αφήνει στον Θεό με εμπιστοσύνη, πνευματικά και υλικά και ένας ανθιστάμενος εαυτός, κατάλοιπο παλαιού ανθρώπου, ο οποίος ολιγοπιστεί και ανθίσταται στην δύναμη του Θεού.

Ο ευαγγελιστής μιλάει για έναν αντίδικο ή μάλλον κακέκτυπο, αντιποίηση θεού, πού λέγεται μαμωνάς, μια χαλδαϊκή αρχαία θεότητα του πλούτου. Δεν είναι όμως ο μαμωνάς ένα είδωλο πού αντιπροσωπεύει ένα και μόνο πάθος, την μανία για πλουτισμό και απληστία και το άγχος της μέριμνας,αλλά είναι αυτό η ίδια η υποταγή στις δικές μας δυνάμεις και στο δικό μας θέλημα. Ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με προκλήσεις, με μέριμνα για τα βιοτικά, με δίψα για πνευματική πληρότητα,πού οδηγεί όμως στην στρεβλή λατρεία του εαυτού του, στην εμπιστοσύνη στο θέλημα, στην όποια ισχύ του, την οποία νομίζει για αυτοισχύ, μια σατανική αυτάρκεια. Πλούσιος στην βιβλική και γενική θεολογική μας παράδοση είναι αυτός πού βασίζεται στον εαυτό του, ο υπερήφανος, ο άνθρωπος πού περιστρέφεται και ορίζεται από το αυτείδωλο του, αυτός πού έχει απορρίψει τον Θεό. Και ενώ νομίζει πώς προχωρά δυνατός και με την χάρη της επιλογής δεν είναι παρά δούλος σε εικόνες, υλισμούς και ψευδοπνευματικότητες γύρω από τον εαυτούλη του.

Ο πονηρός άνθρωπος είναι ο αποκομμένος από τον Θεό. Αυτός πού έχει σβεστό τον λύχνο τον ευαγγελικό, με το πονηρό μάτι του κριτή και του εξουθενωτή των αδελφών του, αυτός πού ξυπνάει μέσα στο άγχος της απιστίας και της αδυναμίας. Γιατί όποιος υψώνεται και στήνει ένα βάθρο στην αυτοδύναμη του, όσο σκοτισμένος και νά ναι, συμπεραίνει την αδυναμία και την εξάρτηση του, απ όλα αυτά, στα οποία ψάχνει μάταια θεό και χαρά και πληρότητα και απιστεί και απελπίζεται. Και όσο βυθίζεται σε αυτό το άγχος, εκμανείται και πωρώνεται.

Ο Χριστός μίλησε για την ευαγγελική απλότητα σήμερα, μια νηπιότητα εμπιστοσύνης, κατά την οποία όλα εξαρτώνται από την πρόνοια του Θεού Πατέρα, ο οποίος έχει διαθέσει και ετοιμάσει τα πάντα,σε όποιον αφήνεται σε Εκείνον ολοκληρωτικά. Θέλει γενναιότητα να μοιάσει κάποιος στα κρίνα του αγρού και τα πετεινά του ουρανού και να κυνηγά κάθε μέρα και στιγμή την βασιλεία Του, πιστεύοντας μέσα σε ένα είδος θεϊκής σαλότητος, πώς όλα του έχουν ήδη προστεθεί και ο ίδιος έχει αξία, αξία μπροστά σε έναν θεό πού δεν έχει δεί, αλλά πιστεύει ότι υπάρχει μέσα Του, πλάι του, παντού γύρω του και μεριμνά γι Αυτόν. Είναι τόσο αληθινό και αυθεντικό ένα τέτοιο βίωμα όσο τραγική είναι η διάθεση ορισμένων χριστιανών, πού νομίζουν πώς σήμερα ο Χριστός θέτει δύσκολα και ακατόρθωτα για τον αδύναμο άνθρωπο πράγματα και παλαίσματα και βιώματα.Και όλο αυτό γιατί κατορθώσαμε να ξεχάσουμε και ν απωθήσουμε την μοναδική αλήθεια: Τίποτα το ευαγγελικά προκείμενο δεν είναι ακατόρθωτο ή συμβολικό. Όλα είναι μέσα στο φως του ρεαλισμού μίας και μόνης αλήθειας: Χωρίς εμένα, λέγει Κύριος, δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα! Όλα είναι δοσμένα από μένα και εγώ συνεργώ σε αυτά! Δος μου μόνο την καρδία σου και το θέλημα σου.

Με αυτή την συνείδηση ενός ελεύθερου ανθρώπου, πού κέρδισε την ελευθερία του, μόνο όταν την απέθεσε στα δικά του χέρια, ας πορευτούμε από δω και μπρος.

ππκ Ιούνιος 2017

Παρασκευή, Ιουνίου 23, 2017

ΕΥΦΡΑΝΘΗΤΙ, στεῖρα ἡ οὐ τίκτουσα...



"σε ποιον θα επιβλέψω; Σε ποιόν θα ρίξω βλέμμα συμπαθείας λέει Κύριος ο Θεός ; Σε ποιον άλλον παρά μόνον στον πτωχό και τον ταπεινό και τον περιφρονημένο απ’ τους ανθρώπους;"

Λίγο πριν τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο οι άνθρωποι είχαν απομακρυνθεί απ’το Θεό , είχαν ξεχάσει τις φωνές των προφητών, είχαν κουραστεί να περιμένουν τη σωτηρία και ήταν παραδομένοι στο σκοτάδι της αμαρτίας και του θανάτου.Μια πραγματικότητα πού λίγο απέχει από τα σημερινά εσχατολογικά χρόνια της αποστασίας και του θανάτου.

Να όμως που μέσα στο κλίμα αυτό της απελπισίας υπάρχουν και άγιοι άνθρωποι που ζουν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.Αυτοί πού αποτελούνε το υπόλοιπο(λείμμα).

Αυτοί βαστάζουν συνήθως τα ονείδη και την περιφρόνηση του κόσμου. Και θεωρούνται μικροί και περιφρονημένοι και πολλές φορές καταραμένοι και ξεχασμένοι από τον Θεό, όταν βέβαια καταδεχτεί ο υψηλός καταξιωμένος κόσμος, ν ασχοληθεί μαζί τους. 

Αυτοί όμως ζούν και υπομένουν με την προσμονή του Κυρίου και κάνουν την περιφρόνηση των άλλων και την απομόνωση τους από τους πολλούς, αγώνα εσωτερικό και κρυφή πάλη καλής αγωνίας στην ένδον καρδία τους.

Αυτοί θα δικαιωθούν και θα γεννήσουν προφήτες και δικαίους και θα αξιωθούν ακόμα και την θεοτοκία. Ζαχαρίας και Ελισάβετ, Ιωακείμ και Άννα, Άννα του Σαμουήλ, ο Συμεών και η του Φανουήλ, ο ληστής, η πόρνη και ο τελώνης, οι των αποστόλων πρώτοι και έσχατοι για τον κόσμο.

Αυτός κατεβάζει το δυναστικό πνεύμα από τον θρόνο της υπεροχής και ανυψώνει τους ταπεινούς!Αυτός εκείνους πού ζουν με την πείνα Του, τους γεμίζει με πληρότητα και όσους είναι αυτάρκεις από τον εαυτούλη  τους , τους ξαποστέλνει άδειους και κενούς.Αυτός αφαιρεί κάθε δάκρυ από όσους πόνεσαν και δίνει την χαρά σε όσους δεν έπαψαν να στηρίζονται σε Αυτόν. Αυτός ποιεί πολύτεκνο σε αρετές όποιον γονάτισε και πίστεψε σε Αυτόν με πνεύμα συντετριμμένον και αφήνει ξηρά και άγονη την γή πού δεν ποτίστηκε με δάκρυα.

ΕΥΦΡΑΝΘΗΤΙ, στεῖρα ἡ οὐ τίκτουσα, ρῆξον καὶ βόησον, ἡ οὐκ ὠδίνουσα, ὅτι πολλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐρήμου μᾶλλον ἢ τῆς ἐχούσης τὸν ἄνδρα!

Στο Γενέσιο του Τιμίου Προδρόμου



Αναρτημένο στο ιστολόγιο πριν δέκα χρόνια ακριβώς. Διατηρώ σύνταξη, ορθογραφία και στοιχειοθέτηση.



« Ιδού εγώ αποστέλλω τον άγγελον μου προ προσώπου σου ος παρασκευάσει την οδόν σου έμπροσθεν σου».«Ιδού Εγώ θα αποστείλω τον αγγελιοφόρο μου πριν από σένα , ω Μεσσία , για να προετοιμάσει το δρόμο σου πριν από σένα».Με τα λόγια αυτά του προφήτου Μωυσή προλέγεται στην ΠΔ το προδρομικό έργο του Βαπτιστή Ιωάννη του οποίου τη γέννηση εορτάζουμε σήμερα. Μεγάλη φυσιογνωμία ο Πρόδρομος! Είναι ο πρώτος πριν απ ΄ τον ¨Ένα δηλ τον Χριστό. Είναι το πρόσωπο που με τη ζωή και το λόγο του ενώνει τους δύο κόσμους της ανθρώπινης ιστορίας τον καιρό του Νόμου με τον καιρό της χάριτος δηλ την εποχή της παλαιάς με την εποχή της νέας διαθήκης. Ο άγιος Ιωάννης είναι ο πρώτος και ο κορυφαίος των αρχαίων προφητών αλλά και μακαριότερος αυτών. Γιατί ομίλησε ο Αβραάμ με το Θεό αλλά μόνον μέσα από σύμβολα και σκιές. Ομίλησε και ο Μωυσής με το Θεό πάνω στο όρος Σινά «ενώπιος ενωπίω» αλλά επειδή δεν μπόρεσε να υποφέρει το μεγαλείο της δόξας του Θεού απέστρεψε το πρόσωπο του και είδε μόνον τα νώτα του.Οραματίστηκε επίσης και ο Ησαϊας τον Θεό μέσα στο Ναό και είδε τη δόξα Του και ζωγράφισε με ζωηρά λόγια τη ζωή και τα Πάθη του Χριστού αλλά πως τον είδε; Όχι με τα σαρκικά του μάτια αλλά με τα πνευματικά. Ο άγιος Ιωάννης όμως καταξιώθηκε να δει το ποθούμενο όλων των εποχών τον Θεάνθρωπο Χς και Σωτήρα σαρκωμένο.Τον είδε με τα σαρκικά του μάτια και τον άγγιξε με τα χέρια του. Άκουσε με τα αυτιά του τη φωνή του Θεανθρώπου. Άγγιξε την κορυφή του όταν τον βάπτιζε στον Ιορδάνη . Είδε το άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει στην κορυφή Του και την φωνή του Πατέρα να βεβαιώνει τη θεότητα Του. Αλλά η σπουδαιότητα της φυσιογνωμίας του Προδρόμου δεν τελειώνει εδώ. Όχι μόνον ο λόγος του αλλά η ίδια η ζωή του προφητεύει τη ζωή του Μεσσία. Ευαγγελίζεται μετάνοια και θεοσέβεια ο Ιω πριν ακόμα ευαγγελιστεί μετάνοια και θεοσέβεια ο Χς. Συμβουλεύει ο Ιω : « Ο έχων δύο χιτώνας μεταδότω τω μη έχοντι» πριν ο Χριστός ακόμα διδάξει την αγάπη και τη φιλανθρωπία. Βαπτίζει ο Ιωάννης στο νερό προτυπώνοντας το βάπτισμα εξ ύδατος και πνεύματος που θα φέρει ο Μεσσίας. Αλλά και το μαρτυρικό τέλος του Ιωάννη ένα χρόνο πριν από τον Σταυρό προεικονίζει το μαρτυρικό τέλος του Μεσσία Χριστού διότι ο Ιωάννης δολοφονείται μαρτυρικά και άδικα από τα όργανα του διαβόλου από τους άρχοντες του σκότους και της αμαρτίας μένοντας φωτεινός Μάρτυρας της Αλήθειας ως το τέλος όπως ακριβώς άδικα αλλά εκούσια μαρτυρεί ο Θεάνθρωπος Σωτήρας πάνω στον Σταυρό.Έπρεπε λοιπόν ο Ιωάννης σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού να προηγηθεί του Χριστού και να προετοιμάσει το δρόμο Του. Και η γέννηση του Ιωάννη στον κόσμο δεν γίνεται από κοινούς και αμαρτωλούς ανθρώπους αλλά ούτε με ένα συνηθισμένο τρόπο. Αλλά πως; Γεννιέται ο Ιωάννης από δύο αγίους ανθρώπους από ένα προφητικό ζεύγος τον ιερέα Ζαχαρία και την προφήτιδα Ελισάβετ. Αυτοί οι δύο άνθρωποι μας λέει το σημερινό ευαγγέλιο ήταν δίκαιοι και ζούσαν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Λίγο πριν τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο οι άνθρωποι είχαν απομακρυνθεί απ’το Θεό , είχαν ξεχάσει τις φωνές των προφητών, είχαν κουραστεί να περιμένουν τη σωτηρία και ήταν παραδομένοι στο σκοτάδι της αμαρτίας και του θανάτου. Να όμως που μέσα στο κλίμα αυτό της απελπισίας υπάρχουν και άγιοι άνθρωποι που ζουν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Και όπως όλοι οι άγιοι ο Ζχ και η Ελισάβετ ζούνε μια μεγάλη δοκιμασία έναν μεγάλο πειρασμό : Ενώ η ηλικία τους είναι περασμένη , ενώ βρίσκονται στο τέλος της επίγειας ζωής τους δεν έχουν αποκτήσει ακόμα παιδί. Εκείνη την εποχή η ατεκνία ανάμεσα στους Εβραίους ήταν μεγάλο όνειδος τη θεωρούσαν τιμωρία απ’το Θεό του Ισραήλ. Ο σεβάσμιος ιερέας Ζχ και η γηραιά Ελισάβετ αντιμετώπιζαν την περιφρόνηση και τις κατηγορίες του κόσμου με πόνο αλλά και βαθιά ταπείνωση. Ο Θεός αργει αλλά δεν ξεχνά και ρίχνει βλέμμα στοργής πάνω στου δύο αγίους. « Γιατί σε ποιον θα επιβλέψω; Σε ποιόν θα ρίξω βλέμμα συμπαθείας λέει Κύριος ο Θεός ; Σε ποιον άλλον παρά μόνον στον πτωχό και τον ταπεινό και τον περιφρονημένο απ’ τους ανθρώπους;» Έτσι αυτός που εθεωρείτο αμαρτωλός και άδικος απ’τους άλλους ιερείς δηλ ο Ζχ καταξιώνεται να δει σε όραμα τον άγγελο Γαβριήλ την ώρα της θυσίας που του αναγγέλλει πως θα γεννήσει τον Πρόδρομο του Χριστού. Εκείνη που εθεωρείτο καταραμένη και δυστυχισμένη ανάμεσα στις γυναίκες του Ισραήλ η στείρα Ελισάβετ καρποφορεί και γεννά τον κορυφαίο των προφητών. Αυτό είναι το θαύμα της δεξιάς του Υψίστου. Όπου ο παντοδύναμος Θεός θέλει υποχωρεί η φύση που είναι δουλωμένη απ’την αμαρτία. Εκείνος ανυψοί πτωχόν και από κοπρίας ανιστά πένητα. Εκείνος ευαρεστείται στους ταπεινούς και πτωχούς τω πνεύματι και από εκείνους διαλέγει τους αγίους και τους δούλους του. Αυτός είναι που δεν ξέχασε τον αμαρτωλό άνθρωπο , τον άνθρωπο που πλήγωσε την αγάπη και την ευσπλαχνία Του , τον αχάριστο προς το Θείο θέλημα άνθρωπο και του απόστειλε τους προφήτες αλλά και τον Ίδιο τον Υιό Του για να σωθεί ο κόσμος δι’Αυτού.Αδελφοί μου,Εορτάζοντας σήμερα η Εκκλησία τη γέννηση του Προδρόμου χαίρεται και αγαλλιά γιατί μ’αυτό τον τρόπο προεορτάζει τη γέννηση του Χς τον ερχομό του Σωτήρα στον κόσμο. Η γέννηση του Προδρόμου προετοιμάζει τη γέννηση του Μεσσία Χριστού. Με τη γέννηση και εμφάνιση του τελευταίου των προφητών ανοίγει ο δρόμος της χάρης , ανοίγει ο δρόμος της σωτηρίας. Επειδή ανατέλλει το φωτεινό άστρο της Εκκλησίας ο Πρόδρομος εγγίζει και ο καιρός που θα ανατείλει και ο ήλιος της δικαιοσύνης ο Ιησούς Χριστός. Μ’ αυτό το πνεύμα η ορθόδοξη Εκκλησία πανηγυρίζει το γενέθλιο του Προδρόμου. Η μητέρα μας Εκκλησία εορτάζοντας αυτό το γεγονός θέλει να μας πει πως πρέπει να είμαστε συνεχώς προετοιμασμένοι για τη γέννηση του Χριστού δηλ για την επίσκεψη του Χς στις καρδιές μας, να προετοιμάζουμε τις ψυχές μας με ταπείνωση και αγάπη και ελπίδα για τη γέννηση της σωτηρίας μέσα μας , με την ίδια ταπείνωση και αγάπη και ελπίδα που ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ περίμεναν απ’το Θεό ένα παιδί αλλά και τον ίδιο τον Μεσσία. Έτσι θα γίνουμε πρόδρομοι και εμείς της βασιλείας του Θεού που δεν θα έρθει με θόρυβο και παρατηρήσεις όπως λέει το ευαγγέλιο αλλά μέσα απ’τις ψυχές των ανθρώπων μέσα απ’τις καρδιές των πιστών της Εκκλησίας και τότε θα γίνουμε άξιοι κήρυκες της παρουσίας και της αγάπης του ΘΕΟΥ ΣΤΟΝ ΕΚΤΌΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΟΣΜΟ ΓΙΑΤΙ ΑΛΛΩΣΤΕ ΙΔΟΥ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΝΤΟΣ ΗΜΩΝ ΕΣΤΙ.

ΔΙΑ ΠΡΕΣΒΕΙΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ Η ΧΑΡΗ ΚΑΙ Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΟΥ ΑΜΗΝ.

23-6-07

Πέμπτη, Ιουνίου 22, 2017


Πήγα στην Αφρική με ρώταγαν τι είναι τα υποστατικά ιδιώματα της Αγίας Τριαδος! 
Πήγα στην Ασία με ρώταγαν αν μπορούμε όντως να μετέχουμε εμείς οι κοινοί θνητοί στις Άκτιστες ενέργειες του Αγίου Πνεύματος! Επέστρεψα και στην Ελλάδα και με ρώταγαν αν η γυναίκα στην Εκκλησία κάνει να φορά παντελόνι...! 

Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος

διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν ὅτι ἀρθήσεται ἀφ’ ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ καὶ δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τοὺς καρποὺς αὐτῆς;;; ...

Τετάρτη, Ιουνίου 21, 2017

Φ.Κόντογλου-Ο Δρόμος της Ευτυχίας

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι σὲ ὅλα ἀχόρταγος. Θέλει νὰ ἀπολαύσει πολλά, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ τὰ προφτάσει ὅλα. Καὶ γι᾿ αὐτὸ βασανίζεται. Ὅποιος ὅμως, φτάσει σὲ μία κατάσταση, ποὺ νὰ εὐχαριστιέται μὲ τὰ λίγα, καὶ νὰ μὴ θέλει πολλὰ ἔστω καὶ κι ἂν μπορεῖ νὰ τὰ ἀποκτήσει, ἐκεῖνος λοιπὸν εἶναι εὐτυχισμένος. Οἱ ἄνθρωποι δὲν βρίσκουν πουθενὰ εὐτυχία, γιατὶ ἐπιχειροῦν νὰ ζήσουν χωρὶς τὸν ἑαυτό τους. Ἀλλὰ ὅποιος χάσει τὸν ἑαυτό του, ἔχει χάσει τὴν εὐτυχία. Εὐτυχία δὲν εἶναι τὸ ζάλισμα, ποὺ δίνουν οἱ πολυμέριμνες ἡδονὲς καὶ ἀπολαύσεις, ἀλλὰ ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς καὶ ἡ σιωπηλὴ ἀγαλλίαση τῆς καρδιᾶς. Γι᾿ αὐτὸ εἶπε ὁ Χριστός: «Οὐκ ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μετὰ παρατηρήσεως: οὐδὲ ἐροῦσιν, ἰδοὺ ὧδε, ἢ ἰδοὺ ἐκεῖ. Ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστι».
Ξέρω καλά, τί εἶναι ἡ ζωὴ ποὺ ζοῦνε οἱ λεγόμενοι κοσμικοὶ ἄνθρωποι. Οἱ ἄνθρωποι, δηλαδή, ποὺ διασκεδάζουνε, ποὺ ταξιδεύουνε, ποὺ ξεγελιοῦνται μὲ λογῆς-λογῆς θεάματα, μὲ ἀσημαντολογίες, μὲ σκάνδαλα, μὲ τὶς διάφορες ματαιότητες. Ὅλα αὐτά, ἀπὸ μακριὰ φαντάζουνε γιὰ κάποιο πρᾶγμα σπουδαῖο καὶ ζηλευτό! Ἀπὸ κοντά, ὅμως, ἀπορεῖς γιὰ τὴν φτώχεια ποὺ ἔχουνε, καὶ τὸ πόσο κούφιοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ξεγελιοῦνται μὲ αὐτὰ τὰ γιατροσόφια τῆς εὐτυχίας. Βλέπεις δυστυχισμένους ἀνθρώπους, ποὺ κάνουνε τὸν εὐτυχισμένο! Κατάδικους, ποὺ κάνουνε τὸν ἐλεύθερο! Ἄδειοι ἀπὸ κάθε οὐσία! Τρισδυστυχισμένοι! Πεθαμένη ἡ ψυχή τους! Καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀνύπαρκτη καὶ ἡ «εὐτυχία» τους! Τελείως ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ!
Ἀλλὰ πῶς νὰ γίνει ψωμί, σὰν δὲν ὑπάρχει προζύμι; Καὶ πῶς νὰ μὴν εἶναι ὅλα ἄνοστα, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἁλάτι;
Μὴ φοβᾶσαι, ἀδελφέ μου, νὰ μείνεις μοναχὸς μὲ τὸν ἑαυτό σου! Μὴ καταγίνεσαι ὁλοένα μὲ χίλια πράγματα, γιὰ νὰ τὸν ξεχάσεις! Γιατὶ ὅποιος ἔχασε τὸν ἑαυτό του, κάθεται μὲ ἴσκιους καὶ μὲ φαντάσματα μέσα στὴν ἔρημό του θανάτου. Ἀγάπησε τὸν Χριστὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, περισσότερο ἀπὸ τὶς πεθαμένες σοφίες τῶν ἀνθρώπων. Περισσότερο ἀπὸ κάθε τιμὴ καὶ δόξα ἐτούτου τοῦ κόσμου. Καὶ μοναχὰ τότε, θὰ χαίρεσαι σὲ κάθε ὥρα τῆς ζωῆς σου. Κανένας δρόμος δὲν βγάζει στὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς, παρὰ μόνο ὁ Χριστός, ποὺ σὲ καλεῖ πονετικὰ καὶ ποὺ σοῦ λέγει: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδός».

από την συλλογή Μυστικά Άνθη

Δευτέρα, Ιουνίου 19, 2017

Νήφωνας ο Κελλιώτης




Χρήστου Γιανναρά

(ἀνώνυμο συναξάρι)
Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του ὁ Πορφύρης ἤτανε δώδεκα χρονῶ. Εἶδε ποὺ φέρανε ἀπὸ τὸ χωράφι τὸ ξυλιασμένο κορμί, τυλιγμένο σὲ μιὰ κουβέρτα. Μαζεύτηκε τὸ χωριό, εἴπανε πὼς τὸν χτύπησε τὸ μουλάρι στὰ νεφρά.

Ἡ μάνα τοῦ Πορφύρη εἶχε ὀχτὼ παιδιά. Ἔκλαψε τὸν σκοτωμένο μέρες καὶ νύχτες- ὅσο μποροῦν νὰ κλάψουν δυὸ μάτια ἀνθρώπινα. Ὕστερα ἦρθε ὁ παπὰς στὸ σπίτι, νὰ κουβεντιάσουν μὲ τὴ μάνα γιὰ τὰ παιδιά. Εἴπανε, νὰ κρατήσει ἡ χήρα τὰ μισά, τ' ἄλλα μισὰ νὰ βροῦν ἀλλοῦ ψωμί.

Ὁ παπὰς ἔστειλε τὰ δυὸ μεγάλα ἀγόρια στὴ χώρα, στὴ δούλεψη τοῦ Δεσπότη. Ἴσως ἀργότερα νὰ πήγαιναν καὶ στὸ σχολειό. Τὴ μικρὴ ἀδερφούλα, τὴ Λενίτσα, ἕνα σγουρόμαλλο ἀγριμάκι, τὸ πῆρε ἡ ἀδερφὴ τοῦ μακαρίτη, στὸ διπλανὸ χωριό. Καὶ γιὰ τὸν Πορφύρη, ἀποφάσισαν νὰ πάει λίγα χρόνια στὸ Ὄρος, στὸν ἀδερφὸ τῆς μάνας, τὸν καλόγερο κι ἀργότερα ἂν θέλει νὰ γίνει παπάς.

Ἔτσι ξεκίνησε ὁ Πορφύρης γιὰ τὸ Ὄρος. Ἡ μάνα ἑτοίμασε ἕνα μπογαλάκι ροῦχα καὶ λίγο παξιμάδι γιὰ τὸ δρόμο. Φίλησε τὸν Πορφύρη κι ὁ Πορφύρης ἔκλαιγε. Ἔκλαιγε κι ἡ μάνα, γιατί αὐτὸς ὁ γιὸς ἦταν ὁ πιὸ ἀγαπημένος. Ὕστερα ὁ παπὰς τὸν πῆγε στὴν Ἀρναία-δὲν ἦταν μακριά. Βρῆκε μιὰ συντροφιὰ προσκυνητὲς καὶ τοὺς παράδωσε τὸν Πορφύρη. 

Ὁ δρόμος γιὰ τὸ Ὄρος πήγαινε τότε ἀπὸ τὴν ξηρὰ κι ἦταν λιθόστρωτος, ἀπὸ τὴν Ἱερισσὸ στὴ Λαύρα. Ὁ Πορφύρης χάζευε τὰ δάση, τὴ θάλασσα κι' ὅταν ἔφτασαν στὸ Ὄρος θαύμαζε τὰ μεγάλα μοναστήρια καὶ τὶς ἐκκλησιές.

Ἀλλὰ ὁ θεῖος του, ὁ καλόγερος, δὲν ἦταν σὲ μοναστήρι, ἦταν ἀπὸ τοὺς αὐστηροὺς καὶ ζοῦσε στὴν ἔρημο. Ὅταν κάποτε ἔφτασε ὁ Πορφύρης ὥς ἐκεῖ, εἶδε ἕνα δίπατο καλύβι, χτισμένο ἄκρη στὸ βράχο. Μπροστὰ γκρεμός, στὸ πλάι γκρεμός, μόνο στὸ πίσω μέρος εἶχε μονοπάτι. Ὁ γέροντας τὸν ἔστησε μπροστά του, τὸν κοίταξε ἴσα στὰ μάτια, εἶπε πὼς μοιάζει τοῦ πατέρα του. Εἶδε καὶ τὸ παιδὶ τὸν γέροντα, ποὺ ἔμοιαζε τῆς μάνας ἔτσι ψηλός, μὲ ρουφηγμένο πρόσωπο καὶ μεγάλη γενειάδα. Ἦταν κι ἕνας διάκος, ὑποταχτικός, στὸ καλύβι. Στρώσανε στὸν Πορφύρη γιὰ νὰ κοιμηθεῖ, μία κουρελοὺ γιὰ στρῶμα καὶ δυὸ κουβέρτες γιὰ σκέπασμα. Ἦρθε ἡ νύχτα καὶ τὸ παιδὶ φοβότανε, τόση ἐρημιὰ στὸν τόπο καὶ τόσο σκοτάδι. Ἔπιασε νὰ κλαίει κρυφά, μέχρι ποὺ ἀποκοιμήθηκε.

Ἔτσι ὁ Πορφύρης μπῆκε στὴ ζωὴ τῶν καλόγερων. Τοῦ φόρεσαν ἕνα ρασάκι κι ἕνα σκοῦφο. Ἔμεινε ἀκούρευτος κι ὅταν τρίχωσε τὸ πρόσωπό του ἄρχισε νὰ φτιάχνει γένι. Ἔμαθε ὅλες τὶς δουλειὲς καὶ τὶς ἔκανε πρόθυμα. Ἄναβε τὴ φωτιά, ψευτομαγέρευε, ἔφερνε νερό, μάζευε καὶ τὸ βρόχινο.

Στὸ καλύβι τοῦ γέροντα δὲν κοιμόντουσαν τὴ νύχτα. Ὅταν σκοτεινίαζε, ὁ καθένας στὸ κελλὶ του ἔλεγε τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ. μετρώντας τοὺς κόμπους στὸ κομποσκοίνι. Ὁ γέροντας δίδαξε καὶ τὸ παιδὶ νὰ λέει τὴν εὐχή. Τέσσερις ὧρες ἀπὸ τὴ δύση τοῦ ἥλιου, διάβαζαν τὰ γράμματα. Τελείωναν μὲ τὴν πρώτη αὐγή. Ὕστερα ἀναπαύονταν λίγες ὧρες. Τὴ μέρα πελέκαγαν μικροὺς ξύλινους σταυροὺς καὶ φρόντιζαν δυὸ μέτρα περιβολάκι μὲ κουκιὰ καὶ δυὸ μυγδαλιές. Μαγέρευαν κουκιά, ρεβύθια καὶ στὶς γιορτὲς κανένα ψάρι ἀπὸ τὴ θάλασσα.

Τὰ χρόνια περνοῦσαν κι ὁ Πορφύρης δὲν ἔδειξε ποτὲ κόπο ἢ ἀντίρρηση. -Ἔλα ἐδῶ Πορφύρη! -Εὐλογεῖτε γέροντα. -Τρέξε ἐκεῖ Πορφύρη! -Εὐλογεῖτε γέροντα. Τὸ πρόσωπό του στέγνωσε καὶ σοβάρεψε, σὰ νὰ μὴν ἦταν πρόσωπο παιδιοῦ. Οἱ ἀναμνήσεις ἀπομεναν μέσα του μάκρυνες, λίγο τὴ μάνα του θυμόταν, ἄλλη γυναίκα δὲν ἤξερε, αὐτὴν καὶ τὴν Κυρία Θεοτόκο, καὶ συχνὰ κοιτάζοντας τὴν εἰκόνα τὶς μπέρδευε. Ἄνθρωπος κοσμικὸς δὲν ἔφτασε ποτὲ στὸ καλύβι, οὔτε ξυλοκόπος, μόνο τοὺς καλόγερους ἔβλεπε στὸ πέρα κονάκι, ὅταν πήγαινε τοὺς σταυροὺς κι ἔπαιρνε τρόφιμα.

Ἔτσι ἔγινε εἴκοσι χρονῶ ὁ Πορφύρης κι ὁ γέροντας εἶπε πὼς εἶναι καιρὸς νὰ πάρει τὴ δωρεὰ τοῦ μεγάλου καὶ ἀγγελικοῦ σχήματος. Τὸν κάνανε λοιπὸν μοναχό, μεγαλόσχημο. Τοῦ ἄλλαξαν τὸ ὄνομα, τὸν εἴπανε Νήφωνα. Ὁ Πορφύρης ἀπόμεινε μέσα στὶς ἀναμνήσεις μαζὶ μὲ τὴ μορφὴ τῆς μάνας καὶ τὸ κορμὶ τοῦ πατέρα τυλιγμένο στὴν κουβέρτα. Ἄλλο τίποτα δὲν ἄλλαξε στὴ ζωή του, μόνο ποὺ φόρεσε τὰ σημάδια τοῦ μεγαλόσχημου I(ησοῦς, Χ(ριστὸς) ΝΙ(κᾶ), στὴ μέση ἕνας σταυρὸς πάνω στὸ κρανίο τοῦ Ἀδάμ. Τ(οῦτο) Σ(ημεῖον) Φ(οβερὸν) Δ(αίμοσι). 


Στὴν ἄκρη τοῦ βράχου οἱ μέρες κι οἱ νύχτες κυλοῦσαν καθὼς τὸ βρόχινο νερό. Ὁ γέροντας κατάπεσε, σέρνονταν τὸ βῆμα του κι ἡ φωνὴ ἀδυνάτισε. Τότε ἦταν ποὺ ἔφτασε στὸ καλύβι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν κόσμο, ἕνας ἀρχιμανδρίτης, πρωτοσύγκελλος, μὲ σιδερωμένο ράσο κι ἄσπρα μανικέτια. Τὸν κέρασαν σῦκα καὶ ρακί. Ἔμεινε μαζί τους καὶ στὴν ἀγρυπνία. Τὸ πρωὶ ξεμοναχίασε τὸ Νήφωνα, ρωτοῦσε τὰ χρόνια του καὶ τὰ γράμματα ποὺ ξέρει. -Νὰ τὸν πάρω στὴν πόλη; εἶπε στὸ γέροντα. Θὰ πάει στὴ Σχολὴ νὰ βγεῖ κληρικός. - Ὅ,τι πεῖ μονάχος του, ἀπάντησε ὁ γέροντας. Κι ὁ Νήφωνας εἶπε ὄχι, χωρὶς κι ὁ ἴδιος νὰ ξέρη γιατί, μόνο ποὺ εἶπε "ὄχι".

Δὲν πέρασαν μέρες πολλὲς καὶ κάποια νύχτα ὁ γέροντας ἄφησε στὴ μέση τὴν ἀγρύπνια του. Ξάπλωσε στὰ στρωσίδια κι ὅταν ὁ ἥλιος ψήλωσε τὸ πρόσωπό του ἦταν λευκό, σὰν τὴ γενειάδα του. Δὲ σάλεψε. Ἦρθε ὁ παπὰς ἀπὸ τὴ σκήτη, τὸν δίπλωσαν στὸ ράσο, τὸν ἔρραψαν μέσα στὸ ράσο, καὶ τὸν ἀπόθεσαν στὴ ρίζα τῆς μυγδαλιᾶς, δίπλα στὸ περιβολάκι. Ὁ Νήφωνας μάζεψε ἀγριολούλουδα καὶ στόλισε τὸ σταυρό. Ἔφτιαξε κι ἕνα καντύλι γιὰ τὸν τάφο μὲ τὸ περισσευούμενο ποτήρι τοῦ γέροντα.

Ὁ καινούργιος γέροντας ἤτανε δύστροπος, εἶχε ρευματισμοὺς καὶ θύμωνε, τάβαζε μὲ τὸ Νήφωνα. Ὁ Νήφωνας δὲν ἦταν πιὰ παιδί, μὰ δὲ γύρισε ποτὲ λέξη στὸ γέροντα. Πέρασαν οἱ δυό τους δέκα χρόνια ζωῆς. Στὸ τέλος τῶν δέκα χρόνων ἦρθε ὁ δεύτερος ἐπισκέπτης στὸ καλύβι. Ἦταν ὁ ἀδερφὸς τοῦ Νήφωνα, εἶχε γίνει στὴν πόλη παπάς. Ὁ Νήφωνας τοῦ φίλησε τὸ χέρι κι ἐκεῖνος τὸν φίλησε στὸ μέτωπο. Ἦταν παντρεμένος, εἶχε καὶ τρία παιδιά. Τοῦ εἶπε γιὰ τὴ μάνα, ποὺ εἶχε πεθάνει πρὶν πέντε χρόνια. Τοῦ εἶπε καὶ γιὰ τὴν ἀδερφούλα, τὴ μικρὴ μικρή, τὴ Βάγγω, ποὺ εἶχε πεθάνει μὲ τὸ Δάγκειο. Ἡ Λενίτσα ἦταν παντρεμένη στὸ χωριό, ὁ ἄλλος ἀδελφὸς βγῆκε γιατρὸς καὶ ζοῦσε στὴν πόλη, ἔμεναν κι ἄλλοι δύο, oἱ πιὸ μικροί, ποὺ τελείωναν τώρα τὸ γυμνάσιο. Ὁ Νήφωνας χάραξε στὴ μέση ἕνα χαρτί. Ἔγραψε στὴ μιὰ τοὺς ζῶντες, στὴν ἄλλη τοὺς τεθνεῶτες. Ἔβαλε πρῶτο τὸν γέροντα, ὕστερα τὸν πατέρα, τὴ μάνα καὶ τὴ μικρὴ Εὐαγγελία. Μὰ καὶ οἱ ζῶντες ἦταν στὴ μνήμη του τόσο μακρινοί, συχνὰ δὲ μποροῦσε νὰ τοὺς ξεχωρίσει μεσ' στὴ σκέψη του.

Ὕστερα κι ἀπ' αὐτὰ ὁ Νήφωνας πῆρε εὐχὴ ἀπὸ τὸ γέροντα νὰ φύγει γιὰ τὰ Καρούλια. Εἶχε πεθάνει ἕνας ρῶσος ἀσκητὴς κι ὁ Νήφωνας πῆρε τὸ κελλάκι του. Ἦταν χτισμένο καταμεσῆς στὸν κατακόρυφο βράχο, στὸ κοίλωμα μιᾶς σπηλιᾶς. Ἐκεῖ ἔζησε τὰ ὑπόλοιπα χρόνια του ὁ Νήφωνας. Κατέβαινε τὸ βράχο κρατημένος ἀπὸ τὴν ἁλυσίδα, πατώντας σ' ἀσήμαντες προεξοχὲς τῆς πέτρας, πάνω ἀπ' τὴ θάλασσα. Τὸ κελλὶ εἶχε μιὰ πορτούλα στὸ πλάγι, μπροστὰ ἕνα παραθύρι, τὸ ἄνοιγες κι ἔχασκε ἀπὸ κάτω τὸ χάος τοῦ γκρεμοῦ. Τὸ χειμώνα ἡ θάλασσα βόγκαγε σὰν πληγωμένο θεριό. Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα τὰ χρόνια δὲ μετριοῦνται. Ὁ Νήφωνας ἦταν λευκός, κατάλευκος κι ὁλοένα περσότερο κυρτωμένος. Οἱ νύχτες κυλοῦσαν ἄγρυπνες κι οἱ μέρες κουραστικές. Τώρα σκάλιζε λιγώτερους σταυρούς, ἔτρωγε λιγώτερο παξιμάδι καὶ τὰ κουκιὰ δὲν τάβραζε στὴ φωτιά, μόνο ποὺ τὰ μούσκευε γιὰ νὰ ξεφλουδίζουν. Μάζευε τὴ βροχὴ μὲ τὸ λούκι σ' ἕνα πιθάρι καὶ τὸ νερὸ εὐωδίαζε σὰν ἁγιασμός. Τὸ πρόσωπο τοῦ γέροντα ἦταν ἤρεμο κι ἔνοιωθε χαρούμενος, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε δὲν εἶχε νοιώσει στὴ ζωή. Τὴν Κυριακὴ σκαρφάλωνε στὸ βράχο, ν' ἀνέβει στὰ Κατουνάκια νὰ λειτουργηθεῖ, νὰ κοινωνήσει. Τὶς ἄλλες μέρες διάβαζε μόνος του τὰ γράμματα, ὅπως πάντα. Ἔλεγε καὶ τὴν εὐχή, ἀσταμάτητα. Τὰ καράβια περνοῦσαν ἀλάργα, μὰ δὲν ἤξερε νὰ φανταστεῖ τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους, μόνο ποὺ ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ στὰ καράβια ποὺ περνοῦσαν, νάχουν ταξίδι καλό.

Εἶχε ἀκόμα κι ἐκεῖνο τὸ χαρτὶ μὲ τοὺς ζῶντες καὶ τοὺς τεθνεῶτες καρφωμένο κάτω ἀπὸ τὶς εἰκόνες του. Μόνο ποὺ τώρα δὲ μποροῦσε νὰ ξέρη πιὰ πόσοι ἀπὸ τοὺς ἀγαπημένους ζοῦν καὶ πόσοι ἔφυγαν. Γι' αὐτὸν ἤτανε ὅλοι ζωντανοὶ καὶ τοὺς μνημόνευε στοὺς ζῶντες. Ἀκόμα καὶ τὸν πατέρα του ποὺ τὸν εἶδε τυλιγμένο στὴν κουβέρτα, ἀκόμα καὶ τὸ γέροντα, ποὺ τὸν ἔθαψε μὲ τὰ χέρια του.

Ὁ Νήφωνας ἔφυγε τὴ Λαμπρή.

Εἶχε ἀνεβεῖ στὰ Κατουνάκια νὰ λειτουργηθεῖ. Ἔστησε τὴ λαμπάδα του ἀναμμένη στὸ στασίδι, προχώρησε στὸ ἅγιο Βῆμα καὶ κοινώνησε. Ὕστερα γύρισε στὸ στασίδι, σταύρωσε τὰ χέρια κι ἔγειρε τὸ κεφάλι. Μερικοὶ εἶπαν πὼς τὸν εἶδαν νὰ χαμογελάει. Ἡ λαμπάδα ἔκαιγε δίπλα του. Οἱ μοναχοὶ τὸν σήκωσαν, τὸν ἔρραψαν στὸ ράσο του καὶ τὸν κατέβασαν στὰ Καρούλια. Λίγα μέτρα ἀπὸ τὸ κελλί του, σ' ἕνα μικρὸ κοίλωμα τοῦ βράχου, ἔσκαψαν καὶ τὸν ἀπόθεσαν ν' ἀναπαυτεῖ. Τὸν ἔβαλαν ἔτσι, σὰ νὰ κοιτάζει τὸ πέλαγο. Στὸ βράχο εἶχαν φυτρώσει ἀγριολούλουδα. Βρῆκαν μέσ' στὸ κελλί του καὶ τὸ σταυρὸ ἕτοιμο. Τὸν εἶχε φτιάξει ὁ ἴδιος «Νήφων μοναχὸς» ἔγραφε. Εἶχε χαράξει μόνος του τ' ὄνομά του στὰ δίπτυχα τῶν ζώντων. 


εδώ

Ο άγιος Γαβριήλ από την Γεωργία, οι αιρετικοί και οι αλλόθρησκοι

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΚΑΙ ΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ 
 



Μια φορά πήγαν στον Γέροντα δύο γυναίκες Μάρτυρες του Ιεχωβά. Τις έστειλαν για να δουν αν ο π. Γαβριήλ θα τις έφερνε στην οδό της αληθείας. Όταν μπήκαν στο κελί, ο π. Γαβριήλ, με ένα μυστηριώδες ύφος στη φωνή του, φώναξε:

— Ήρθε το χαλάζι και βρήκε την πέτρα!

Μετά άρχισε να κλαίει για πολλή ώρα. Οι γυναίκες, μην αντέχοντας άλλο, τον ρώτησαν γιατί έκλαιγε.

— Πώς να μην κλαίω; Για όλους τους χριστιανούς η πόρτα της Βασιλείας των Ουρανών είναι ανοιχτή, όμως εγώ από τις αμαρτίες μου δεν μπορώ να μπω! Κι αυτοί οι Ιεχωβάδες, πέντε εκατομμύρια στον κόσμο, λένε ότι θα σωθούν μόνο 144 χιλιάδες. Αυτοί έχουν πιάσει όλες τις θέσεις, κι εμένα ποιος θα με βάλει μέσα;

Οι γυναίκες τα έχασαν. Δεν ήξεραν τι ν' απαντήσουν. Ύστερα τους μίλησε για την πλάνη στην οποία βρίσκονταν, τους δίδαξε την ορθή πίστη και, τέλος, έγιναν μοναχές στο μοναστήρι Μπόδμπε.

Η Μτσχέτα και η γύρω περιοχή είναι γεμάτη με εκκλησίες και μοναστήρια, όπου οι προσκυνηματικές εκδρομές είναι συνηθισμένες. Μια μέρα η αυλή του μοναστηριού Σαμτάβρο γέμισε παιδικές φωνές. Η ανυπόμονη φύση των παιδιών τα έκανε να τρέχουν παντού. Οι δάσκαλοι δυσκολεύονταν να τα συμμαζέψουν. Ένα μόνο παιδί στεκόταν παράμερα. Πλησίασε την πόρτα της εκκλησίας, γύρισε αμέσως προς την πύλη για να βγει, και μετά πάλι, σαν κάποιος να το τραβούσε πίσω, κοίταζε την εκκλησία με βουρκωμένα μάτια. Ο π. Γαβριήλ καθόταν πάνω στις σκάλες και τα παρακολουθούσε όλα. Ξαφνικά έβαλε μια δυνατή φωνή και τα παιδιά από την τρομάρα τους μπήκαν στο ναό. Τότε ο Γέροντας είπε στην Ταμάρη που ήταν δίπλα του:

— Το παιδί αυτό που κάθεται μόνο του είναι Ιεχωβάς, όπως και οι γονείς του. Και βλέπεις τι κάνει ο Πονηρός; Δεν το αφήνει να μπει στην εκκλησία! Αλλά ούτε η χάρις του Κυρίου το αφήνει να βγει έξω.

Τότε ο Γέροντας το σταύρωσε, και το παιδί, σαν να ελευθερώθηκε από βαριές αλυσίδες, ξέγνοιαστο και χαρούμενο, μπήκε στο ναό. Αφού όλα τα παιδιά προσκύνησαν, βγήκαν ήρεμα από την εκκλησία. Ο π. Γαβριήλ, γελώντας, είπε τότε στην Ταμάρη:
— Ήρθαν αγριοκάτσικα και φεύγουν αρνιά!

Ο π. Γαβριήλ δεν επέτρεπε στα πνευματικά του παιδιά να μιλάνε με αιρετικούς γιατί έτσι άνοιγαν επικοινωνία με το κακό. Μια μέρα, δύο Ιεχωβάδες πήγαν σε ένα γειτονικό μου σπίτι κι οι γείτονες κάλεσαν εμένα να τους μιλήσω. Τους μίλησα, αλλά αυτοί δεν ήθελαν να καταλάβουν τίποτα. Εγώ βιαζόμουν να πάω στον π. Γαβριήλ και τους άφησα. Στον Γέροντα δεν έκανα λόγο καθόλου γι' αυτό. Κάποια στιγμή όμως μου είπε:

— Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να κάνεις κήρυγμα στους Ιεχωβάδες; Δεν είσαι απόστολος. Όποιος επιτρέπει σε αιρετικό να μπει στο σπίτι του, για να του μιλήσει για την ορθή πίστη, βάζει μέσα τον Πονηρό, και πώς μετά θα βγει από εκεί; Εσύ είχες καμιά ευλογία από ιερέα να κάνεις κήρυγμα; Όταν μιλάς με αιρετικούς, πρέπει να αποκαλύπτεις τα λάθη τους. Όμως εσύ άρχισες να μιλάς αλαζονικά, λέγοντας πως εμείς οι Ορθόδοξοι είμαστε πιο δυνατοί. Έτσι οδηγήθηκες από τον Πονηρό στην αμαρτία της περηφάνιας. «Μη δώτε το άγιον τοις κυσί μηδέ βάλητε τούς μαργαρίτας υμών έμπροσθεν χοίρων, μηδέ καταπατήσωσιν αυτούς έν τοις ποσίν αυτών καί στραφέντες ρήξωσιν υμάς».

Στους αιρετικούς δεν κάνει να μιλάς, γιατί τους δίνεις αφορμή να βλασφημούν περισσότερο τον Κύριο. Αν ο μουσουλμάνος τηρεί τις δέκα εντολές, θα τον 
ευλογήσει ο Θεός και θα του φανερώσει το δρόμο προς την αλήθεια και έτσι θα στραφεί προς την Ορθοδοξία. Όπως ο απόστολος Παύλος που τηρούσε τις εντολές της Παλαιάς Διαθήκης ειλικρινά, καρδιακά και όχι φαρισαϊκά. Κι ο Θεός τον ελέησε και τον ξεχώρισε.

Σ' ένα πυκνό δάσος ζούσε μια φυλή. Οι άνθρωποι αυτοί, όταν χρειαζόταν, έφερναν βροχή με την προσευχή τους κι ότι άλλο ζητούσαν ο Θεός τούς το ικανοποιούσε. Στο τέλος τους έστειλε και δύο ιεραποστόλους, οι οποίοι όταν είδαν τα θαυμαστά που συντελούνταν απόρησαν και είπε ο ένας στον άλλον: «Βλέπεις αυτοί πόσα μεγάλα θαύματα κάνουν μόνοι τους; Αυτοί δεν προσκυνούν τον ήλιο, το φεγγάρι και τ' άλλα είδωλα, αλλά προσεύχονται ενώπιον Εκείνου που δημιούργησε τον ήλιο, το φεγγάρι, τον ουρανό και όλα. Ο Θεός βλέπει την καθαρή καρδιά τους και γι' αυτό ακούει τις παρακλήσεις τους. Γι' αυτό έστειλε και μας εδώ, για να κηρύξουμε την αλήθεια και να τους βαπτίσουμε. Το γράφει το Ευαγγέλιο: "Ζητείτε και εύρήσετε"».

Μια φορά έτυχε να περπατήσω στις παλιές περιοχές της Τιφλίδας. Προσπέρασα τους αρμένικους ναούς και μέσα μου τους κατηγόρησα ως αιρετικούς. Στη συνέχεια, επισκέφτηκα τον Γέροντα. Κάθισα αλλά δεν του είπα τίποτα. Εκείνος όμως είπε:

— Ναι, αλλά τι σου φταίει το Ετσμιαδζίνι; Όπως για μας είναι το Σβετιτσχοβέλι, έτσι γι' αυτούς είναι το Ετσμιαδζίνι. «Ετσμιαδζίνι» σημαίνει «Ένας που ήρθε». Εκεί εμφανίστηκε ο Θεός, και είναι σπουδαίο και άγιο μέρος. Και πού ξέρεις πότε χτίστηκαν αυτοί οι ναοί; Μήπως τους έχτισαν πριν γίνουν οι Αρμένιοι μονοφυσίτες;

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΣΕ ΜΙΑ ΣΥΝΑΓΩΓΗ, Σ’ ΕΝΑ ΤΖΑΜΙ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΒΑΠΤΙΣΤΕΣ 
ΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΘΡΗΣΚΟΙ

Ο π. Γαβριήλ συχνά επισκεπτόταν ανθρώπους που είχαν διαφορετική θρησκευτική αντίληψη. Προσπαθούσε σε όλους να μοιράσει χάρη και να τους οδηγήσει στην αληθινή πίστη. Διηγείται ο ίδιος:

«Μια φορά, ντυμένος όπως ήμουν με το μοναχικό μου σχήμα, πήγα στη Συναγωγή. Στην είσοδο κρεμόταν ένα μεγάλο πορτρέτο του Μωυσή. Τον προσκύνησα. Αυτό άρεσε στους παρευρισκομένους. Ο Μωυσής ήταν ένας μεγάλος προφήτης κι εγώ του απέδωσα τον οφειλόμενο σεβασμό. Μπήκα την ώρα που διάβαζαν τη Βίβλο. Ήταν λίγοι και με κοίταζαν με έκπληξη.
Άρχισα να κάνω κήρυγμα, κι όταν άκουσαν για τον Χριστό φώναξαν τον αρχιερέα τους. Βγήκε αλλά δεν με σταμάτησε. Ύστερα με κάλεσε στο γραφείο του. Άκουσε με πολύ ενδιαφέρον και προσοχή όσα έλεγα για τον Χριστό. Τέλος, με ευχαρίστησε και έτσι αποχωριστήκαμε.
Πήγα και σ' ένα τζαμί. Απέξω μια παρέα μουσουλμάνων κάθονταν κι έπιναν τσάι. Όταν με είδαν, σηκώθηκαν και με κάλεσαν με σεβασμό στο τραπέζι τους. Εκεί κήρυξα μόνο για την αγάπη και χωρίσαμε γλυκά. Πήγα και στους Βαπτιστές αλλά δεν με δέχτηκαν. Όταν με είδαν, εκνευρίστηκαν, φώναξαν τον πάστορα τους και με έδιωξαν».

Ο π. Γαβριήλ, όταν μιλούσε για αιρετικούς ή πιστούς άλλων θρησκευμάτων, τόνιζε πάντοτε ότι πρέπει να επιδεικνύουμε την ίδια αγάπη σε όλους. Μια μοναχή του είπε κάποια φορά:

— Μίλησα με έναν αιρετικό. Οργίστηκα τόσο πολύ όταν με έβρισε, που νομίζω πως αμάρτησα.

Ο π. Γαβριήλ τότε της απάντησε γλυκά:

— Δεν είναι πέτρινη η καρδιά σου για ν' ακούς αδιάφορα να σε βρίζουν για την πίστη σου. Αν δεν είσαι αγνός και άκακος σαν μικρό παιδί, δεν θα μπεις στη Βασιλεία των Ουρανών. Όχι όμως να έχεις και το μυαλό ενός μικρού παιδιού!

Ενώ σε άλλη μοναχή είχε πει:

— Θα έρθει εποχή που θα σας οδηγούν κοσμικοί άνθρωποι. Μακάρι να μου έρθει κάποιος αιρετικός ή Βαπτιστής ή Μάρτυρας του Ιεχωβά. Θα τους βάλω να καθίσουν, θα τους ταΐσω και θα τους διδάξω τον καλό λόγο. Αλλά εγώ δεν θα φάω μαζί τους. Δεν θα καθίσω με απίστους. Κι αν έρθει κάποιος, εσύ μη σηκώνεσαι. Μη δώσεις τη θέση σου. Άφησε τον να καθίσει με τον εαυτό του. Δεν πήγες εσύ, αυτός ήρθε και κάθισε δίπλα στους πιστούς. Γι' αυτόν θα σηκωθούν όλοι;
 
ΕΡΩΤΗΜΑ - Γιατί οι Εβραίοι δεν κατάλαβαν ότι ο Χριστός ήταν ο Θεός;" 

Γιατί οι Εβραίοι δεν κατάλαβαν ότι ο Χριστός ήταν ο Θεός;

— Το κατάλαβαν. Αυτοί όμως επιθυμούσαν τη δόξα αυτού του κόσμου, γι' αυτό και δεν Τον δέχτηκαν. Κι ο Θεός τους έκρυψε τον τάφο του προφήτη Μωυσή, για να μην τον καταστήσουν Θεάνθρωπο.

Ύστερα από ολιγόλεπτη σιωπή, πρόσθεσε:

— Σε κάθε λαό ο Θεός έδωσε τον δικό του Μωυσή. 


http://trelogiannis.blogspot.gr/

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails