ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 26, 2017

Ο αρχηγός της θεολογίας και μαθητής της αγάπης



Η Εκκλησία μας έδωσε επίσημα τον τίτλο "Παρθένος" μόνο σε δύο πρόσωπα: στην Θεοτόκο Μαρία και τον θεολόγο Ιωάννη.Παρθένος σημαίνει αυτόν πού είναι "παρά τω Θεώ", δίπλα στον Θεό, τον αφοσιωμένο, τον αφιερωμένο, αυτόν πού διαφέρει και μένει ανέγγιχτος από τον κόσμο.Παρθενία είναι το ιδίωμα του Θεού και των αγγέλων.Δεν είναι η απλή αποχή από τα σαρκικά, αλλά μια ζωή έτσι βιωμένη "ίνα αρέση τω Κυρίω".

Από μικρό παιδί είχε μέσα του θερμή την αγάπη και τον ζήλο για τα θεία. Τον τραβούσε ο Θεός, μιλούσε μέσα του η θεία αγάπη και αφιέρωση. Η οικογένεια του ήταν πολύ εύπορη και διακεκριμένη ακόμα και στα Ιεροσόλυμα.Αυτός όμως νεαρός ακόμα, άφηνε όνομα και περιουσία πίσω και έτρεχε με δίψα δίπλα στον Βαπτιστή Ιωάννη για να γνωρίσει τα του Θεού, γενόμενος υποτακτικός σε μέγα γέροντα τον Πρόδρομο. Και αργότερα όταν ο δάσκαλος του υπέδειξε τον Ιησού της Ναζαρέτ ως Αμνό του Θεού, Ερχόμενον εις τον κόσμον, έτρεξε με χαρά επειδή βρήκε το ποθούμενο της ζωής και των ονείρων του. Ήταν τόσο αφοσιωμένος και αγαπούσε τον Χριστό πού έγινε ο αγαπημένος του μαθητής και ονομάστηκε για την θέρμη του γιός της βροντής. Σε αυτόν ανατέθηκε η μέριμνα της Παρθένου, γιατί αυτός ήταν αγνότερος όλων, τόσο πολύ πού αν και ο νεότερος έμεινε κοντα στον Χριστό μέχρι και τον Σταυρό.


Είναι κάποιες ψυχές τελικά πού λες πώς δεν επιλέγουν απλώς την αγαθή μερίδα, αλλά είναι ήδη προωρισμένες και πλασμένες για Αυτήν.

Σε αυτόν αποκαλύφθηκαν τα υψηλά μυστήρια και τα απόκρυφα της θεολογίας. "Θεολόγος είναι αυτός πού ανέπεσε στο στήθος του Ιησού και άκουσε έναν έναν τους χτύπους της καρδιάς Του", λένε οι άγιοι γέροντες,αναφερόμενοι προφανέστατα στον Ιωάννη και όποιον ζήλωσε τον Ιωάννη κατά τα μέτρα εκάστου.

Ο Ιωάννης και το ευαγγέλιο του, έχουν ως σύμβολο τον υψιπέτη αετό. Αυτόν πού απομακρύνεται από τα γήινα και συνομιλεί πάντα με τα ουράνια.


Ο επιστήθιος φίλος του Θεανθρώπου, αυτός πού έπεσε στο στήθος Του και εγκόλπωσε ως επιστήθιος όλον τον Χριστόν,υπήρξε μια μοναδική καρδιά επί γης.
Ο αρχηγός της θεολογίας και μαθητής της αγάπης.


Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 25, 2017

Μυστήριο κραυγής εν ησυχία Θεού...



Παρατηρῶ ἕναν ἀπό τούς ἁγιογράφους μας μέ 

πόση ὑπομονή, προσήλωση καί ἀκρίβεια φωτίζει 

καί γλυκαίνει μέ ἀνεπαίσθητες πινελιές τό 

βυζαντινό πρόσωπο τῆς Παναγίας. Ἀκατανόητον 

θαῦμα. Τέχνη ὄχι θρησκευτική, ἀλλά ἁγία. Κι 

ἐκείνη, ἡ Κυρία τῶν Ἀγγέλων, μέ τά δικά της 

χρώματα προχέει φῶς καί γλυκασμούς στό 


πρόσωπο καί τήν καρδιά του.




Μυστήριο κραυγῆς ἐν ἡσυχίᾳ Θεοῦ.


(Ἱερομον. Χρυσοστόμου Κουτλουμουσιανοῦ, «Μυστήριον τῆς κραυγῆς ἐν ἡσυχίᾳ Θεοῦ», στό: Ὀρθοδοξία-Ἑλληνισμός. Πορεία στήν τρίτη χιλιετία, τ. Β’, Ἅγιον Ὄρος 1996, σ. 423.)
από φβ






«Ἂν δὲν εἶχα γίνει Ὀρθόδοξος, δὲν ξέρω ἂν θὰ εἶχα κατορθώσει νὰ ζῶ.
Οὔτε τὸ ἕνα πόδι δὲν μπορῶ νὰ ἀπομακρύνω ἀπὸ τὸ ἄλλο, παρὰ μόνο μέσα σ’αὐτὸ τὸ γλυκύτατο φῶς, μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ δίδαξε νὰ βλέπω τὸ Χριστό, κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο, κάθε χορταράκι ὅπως τοὺς ἀστερισμοὺς τοῦ οὐρανοῦ. Γιατὶ μὲ δίδαξε ὅτι καὶ οἱ ἀστερισμοὶ οἱ πιὸ ἀπόμακροι καθρεφτίζονται στὸ πρόσωπο ἐκείνου ἢ ἐκείνης ποὺ ἀγαπῶ».




(Ὀλιβιὲ Κλεμάν, «Ὀρθοδοξία καὶ πολιτική», ἐκδόσεις Μήνυμα, Ἀθήνα 1985, μετάφραση -ἐπιμέλεια Γιάννης Λάππας-Γιάννης Ζερβός)


Κυριακή, Σεπτεμβρίου 24, 2017

Ο Γέροντας Σωφρόνιος ομιλεί για τον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη



...Είχα συστηματικές επαφές μαζί του( με τον άγιο Σιλουανό) για περίπου οκτώ χρόνια, ως τον θάνατό του, το 1938. Πριν, έτρεφα πάντοτε σεβασμό γι’ αυτόν, αλλά δεν τον πλησίαζα· η πρώτη αληθινή συνάντηση έγινε το Πάσχα του 1931. Την δεύτερη μέρα του Πάσχα είχα δεχθεί στο μικρό μου κελλί στην Μονή τον μοναχό Βλαδίμηρο, έναν μορφωμένο άνθρωπο, μηχανολόγο, που ζούσε στην έρημο. Η συζήτησή μας ήταν εντελώς εύθυμη και να τι μου είπε: «Πάτερ Σωφρόνιε, πείτε μου, πως μπορεί κάποιος να σωθεί»; Εκείνη την στιγμή είχα φέρει το ζεστό νερό μέσα στο κελλί μου και του πρόσφερνα τσάι σαν να περιποιόμουν έναν πρέσβυ, και του είπα: «Κρατηθείτε στο χείλος της απελπισίας και όταν αυτό σας ξεπερνάει, όταν δεν υπάρχουν πλέον δυνάμεις, αποτραβηχθείτε και πιείτε ένα φλυτζάνι τσάι».

 Το είχα πει αυτό χωρίς να το καταλάβω πραγματικά. Αλλά αυτός φεύγοντας από μένα πήγε να επισκεφθεί τον Γέροντα Σιλουανό. Δεν ξέρω τι είπαν. Την άλλη μέρα, την Τρίτη του Πάσχα, συνέβη ένα περιστατικό που ήταν η αρχή της σχέσης μου με τον Γέροντα. Κατέβαινα από το μεγάλο κτίριο προς την αυλή της Μονής όταν ο Γέροντας έμπαινε από την πόρτα. Πάντοτε είχα ένα αίσθημα ευλαβείας γι’ αυτόν, και από βαθύ σεβασμό προς αυτόν, του έκανα χώρο να περάσει, αλλά εκείνος ήρθε απ’ ευθείας να με συναντήσει και μου λέει:

«Μήπως ο π. Βλαδίμηρος ήρθε σε σας χθες»;
«Μήπως έσφαλλα σε κάτι»;
«Όχι, αλλά δεν είναι αυτό το επίπεδό του. Ελάτε θα μιλήσουμε γι’ αυτό».

Γιατί είπα αυτό στον π. Βλαδίμηρο; Ζούσα στην Μονή, βυθισμένος στην απόγνωση για τον κόσμο, μετά τον πόλεμο… Είχα φύγει από την Γαλλία (το 1925) με το αίσθημα ότι όλη η Γαλλία ήταν βουτηγμένη σε μια βαθιά απελπισία. Τι ήταν αυτή η βαθιά απελπισία; Οι άνθρωποι δεν μπορούν πλέον να πιστέψουν στην Ανάσταση. Επομένως αμφιβάλλουν για τους ίδιους τους εαυτούς τους, για την επιβίωσή τους, γι’ αυτόν τον ανώφελο αγώνα. Και εμένα με βασάνιζε αυτό. Είχα παρατήσει την τέχνη για να γίνω μοναχός στο Άγιον Όρος, αλλά βίωνα αυτήν την μορφή απογνώσεως.

Είχα πει αυτόν τον λόγο στον π. Βλαδίμηρο, διότι μόλις αυτή η απελπισία υποχωρούσε μέσα μου, η προσευχή μου έχανε την έντασή της. Μόλις γαλήνευα, δεν βίωνα πλέον αυτή την γαλήνη σαν μία ευτυχισμένη ζωή, αλλά σαν τον θάνατο.

Μόλις αυτή η απελπισία ατονούσε μέσα μου, έχανα την αίσθηση της υπάρξεως του αιωνίου Είναι. Δεν μπορούσα να βγω από αυτό το παράδοξο. Γι’ αυτόν τον λόγο είχα πει στον π. Βλαδίμηρο: «Κρατηθείτε στο χείλος της απελπισίας». Ήταν ο τρόπος μου να το εκφράσω, αλλά δεν καταλάβαινα το νόημα.

Και ο Γέροντας μου το εξήγησε με την ελπίδα ότι κάτι θα καταλάβαινα. Βρήκε μια κάποια αναλογία -όχι ομοιότητα, αλλά αναλογία – με το «Κράτει τον νουν σου εις τον Άδην και μη απελπίζου». Μετά από αυτό τον επισκεπτόμουν αρκετά συχνά και, ανάλογα με το πόσο μας επέτρεπαν τα διακονήματά μας, οι συζητήσεις μας μερικές φορές ήταν παρατεταμένες. Καθώς δεν ήμουν συγγραφέας και για να μην γράφω ιστορίες, δεν κατέγραψα παρά μόνο όσα θυμάμαι με βεβαιότητα.


Αυτοί που δεν έχουν εμπειρία ασκητικής ζωής πολύ μακράς! πολύ μακράς! που δεν έχουν ζήσει βαθιά μέσα στον άδη πολλές φορές, δεν μπορούν να βάλουν σε πρακτική αυτήν την φόρμουλα «Κράτει τον νουν σου εις τον Άδην», γιατί δεν το έχουν βιώσει αυτό! Ο άδης του Σιλουανού ήταν απείρως πιο βαθύς από αυτόν που μπορούμε κάπως να φαντασθούμε στην δική μας εποχή! 

Όταν έγραψε ότι «η αιώνια απώλειά του ήταν μία πραγματικότητα», είχε ζήσει μία ώρα της ζωής του στα εσώτερα του άδη. Και μετά ανταμείφθηκε με την εμπειρία της οράσεως του Χριστού. Τότε άρχισε να προσεύχεται για όλον τον κόσμο όπως για τον ίδιο του τον εαυτό… Αλλά δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε έτσι το παράδειγμά του, να το μιμηθεί ο κάθενας από μας, εκτός ασκήσεως… 

Ο ασκητικός κόσμος δεν γνωρίζει ανώτερη αρχή από αυτήν που δόθηκε στον Σιλουανό από τον Χριστό. Φτάνοντας σε αυτό το σημείο αγγίζουμε στα δύο άκρα: την Βασιλεία και τον Άδη. Αλλά ο Άδης παύει να έχει κυριαρχία πάνω στον άνθρωπο, να έχει εξουσία πάνω του. Ο Θεός είναι πανταχού παρών, χωρίς να διαιρείται. Εντούτοις αυτό δεν είναι εφικτό από τους ανθρώπους που δεν έχουν εμπειρία των βασάνων του Άδου. Μπορούν να φθάσουν σε μια ανάλογη κατάσταση, αλλά όχι σε εντελώς όμοια.


Ως προς το πρώτο σημείο «πως να αποφύγουμε την αμαρτία» ο Χριστός αποκάλυψε αυτό το μυστήριο στην αγία ζωή του Γεροντος Σιλουανού με την επιταγή Του: «Κράτει τον νουν σου εις τον Άδην και μη απελπίζου». Μόλις άκουσα από το στόμα του Γέροντος ότι ο ίδιος ο Χριστός του υπέδειξε πως μπορεί να νικηθεί η αμαρτία, η εκτίμησή μου για αυτόν και η απόλυτη πίστη μου στην αγιότητά του, με έπεισαν ότι αυτή η έκφραση είχε πραγματικά προέλθει από τον ίδιο τον Χριστό. Και προσπάθησα να εφαρμόσω αυτήν την αρχή στην δική μου την ζωή.

Το πνεύμα συνέχεται από φόβο όταν θεωρεί την αγιότητα του Θεού και συνειδητοποιεί την ίδια στιγμή την δική του πλήρη αναξιότητα να ενωθεί κάποτε με έναν τέτοιο Θεό. Η γνώση ότι είμαστε υπό την δουλεία των αμαρτιών μας, μας απελπίζει. Τότε η προσευχή μας γεμίζει από δάκρυα. Όταν καταδικάζουμε έτσι τον εαυτό μας στον άδη, απογυμνωνόμαστε από κάθε τι γήινο και πρόσκαιρο, αφού μόνον η αιωνιότητα εκτείνεται μπροστά μας.

Η αμαρτία έχει φυλακισθεί, έχει αναχαιτισθεί. Δεν υπάρχει πια υπερηφάνεια, ούτε μίσος, ούτε φόβος· ούτε αναζήτηση δόξας, πλούτου η εξουσίας. Μόνον ο κίνδυνος να πέσουμε στην αιώνια απόγνωση.

Αλλά, φθάνοντας σ’ αυτό το σημείο σταματούμε: «και μη απελπίζου». Τότε, αν συνεχίσουμε, συναισθανόμενοι την αναξιότητά μας, όντας σε μια κατάσταση του πνεύματός μας που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, επιτρέπουμε στο Πνεύμα της Αληθείας που εκπορεύεται εκ του Πατρός να δημιουργήσει μια σχέση με τις καρδιές μας.

Στη συνέχεια, διαβάζοντας το Ευαγγέλιο με πολλή προσοχή, παρατηρούσα κάποια ομοιότητα μεταξύ της εντολής του Κυρίου προς τον άγιο Σιλουανό και της συμπεριφοράς που Εκείνος υιοθέτησε πάνω στη γη. Ο Χριστός ποτέ δεν αμάρτησε: «Ο άρχων του κόσμου τούτου… εν εμοί ουκ έχει ουδέν»2.

Αν και δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ Εκείνου και ημών, όμως δίχως αμφιβολία υπάρχει μια αναλογία. Ολόκληρη η ζωή του Χριστού, ως αληθινού Υιού του Ανθρώπου, που είναι καθ’ όλα όμοιος με μας, ακόμα και στο ότι μπορούσε να τον πειράξει ο σατανάς, μας δείχνει πως είναι δυνατόν να υπερνικήσουμε κάθε αμαρτία· «εν ω γαρ πέπονθεν αυτός πειρασθείς, δύναται τοις πειραζομένοις βοηθήσαι»3.

Ακολουθώντας την διδασκαλία του και το παράδειγμά του αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε λυτρωμένοι από την ενέργεια των αμαρτωλών παθών μέσα μας – η υπερηφάνεια και η απόγνωση εγκαταλείπουν τις καρδιές μας.

Γνωρίζουμε, σύμφωνα με τα γραπτά του Γέροντος, ότι όταν έκανε αυτό που τον είχε συμβουλέψει ο Χριστός, το πνεύμα του εισερχόταν μέσα στην σφαίρα της καθαράς προσευχής και το Πνεύμα του Θεού μαρτυρούσε στην καρδιά του την σωτηρία του και του χάριζε την εμπειρία μιας μορφής αναστάσεως.

«Κράτει τον νουν σου εις τον Άδην και μη απελπίζου».
Αυτή είναι η κύρια οδός που οδηγεί στον κόσμο της θείας αγιότητος.


από συνέντευξη του γέροντα Σωφρονίου για τον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη
ολόκληρη ΕΔΩ
αρχική πηγή

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 23, 2017

Κυριακή Α΄Λουκά: Έξελθε απ εμού...



Όλες οι προσευχές τις οποίες παρέδωσε ο Κύριος στην Εκκλησία είτε επικλητικές, είτε δοξολογικές, είτε μικτού χαρακτήρα, έχουν σαν κεντρικό αίτημα την έλευση Του ή την έλευση των μεγαλείων και της παρέμβασης Του στην ζωή μας.Και όταν γίνονται με καθαρή καρδιά και συντριβή πάντοτε εισακούονται διότι είναι ευάρεστος στον Κύριο τέτοιου είδους τρόπος. 

Υπάρχει όμως μία προσευχή στο ευαγγελικό ανάγνωσμα το σημερινό, μια επίκληση ικεσίας και συντριβής πού δεν προσκαλεί, αλλά κατά κάποιον τρόπο αποπέμπει! Και αυτή είναι η φωνή, πλήρης φόβου Θεού και ταπείνωσης, πού βγάζει ο Πέτρος: "Φύγε από μένα Κύριε, γιατί είμαι άνθρωπος αμαρτωλός!". Και όμως αυτή η ιδιότυπη... αποπομπή ήταν πλήρως ευάρεστη στον Κύριο. 

Ας δούμε τί είχε προηγηθεί.Ο Κύριος δίδασκε στην όχθη της λίμνης και τα πλήθη με λαχτάρα τον περικύκλωναν και Εκείνος για να διευκολυνθεί παρακάλεσε τον Πέτρο να τον βάλει στο καΐκι του, για να διδάξει έτσι με άνεση και ασφάλεια τα πλήθη. Και αυτός ανταποκρίθηκε και αργότερα του ζήτησε να ρίξει τα δίχτυα σε καιρό άκαιρο και αυτός ευθύς υπάκουσε και "συνέκλεισε πλήθος ιχθύων πολύ" και μετά συνετρίβη και του ζητούσε να απομακρυνθεί από εκείνον. Και ο Κύριος τον αντάμειψε και τον κάλεσε σε ουράνια κλήση και αποστολική.

Βλέπουμε την ευγένεια και την διάκριση του Κυρίου των Κυρίων. "Ερώτησε" πού πάει να πεί παρακάλεσε τον ψαρά της λίμνης Γεννησαρέτ, Εκείνος πού είναι βασιλιάς και προστάζει και τον μύησε έτσι με παράδειγμα στην ταπείνωση και την πραότητα. Και εκείνος έδειξε ευθύς υπακοή λέγοντας "αφού το λες Εσύ Κύριε θα ρίξω τα δίχτυα", αλλά και πίστη γιατί έριξε να ψαρέψει ενώ κοπίασε όλη νύχτα και δεν είχε πιά ελπίδα να αγρεύσει τίποτα. Και αμέσως η υπακοή του έδωσε καρπούς και η πίστη του γέννησε το θαύμα.Έτσι η υπακοή και η πίστη γέννησαν στην καρδιά του μια συντριβή θαυμαστή, έναν φόβο αποκαλυπτικό διότι εννόησε πώς είχε μπροστά του τον Απεσταλμένο του Θεού, τον Μεσσία και μια αυτογνωσία καταπληκτική, ότι αυτός είναι το πλάσμα και ενώπιον του έχει αυτόν τον ίδιο τον Πλάστη και συντηρητή και προνοούντα για την ζωή του ολόκληρη.Και έπεσε στα γόνατα με φόβο και τρόμο ως ένας από τους πάλαι προφήτες, γιατί ρήμα Κυρίου άκουσε και είδε τα θαυμάσια Του και φόβος γεννήθηκε για πάντα μέσα του,γιατί άνοιξαν τα μάτια του και είδε τις αμαρτίες του και θέλησε απο κεί και πέρα να μην κυριεύεται από αυτές.Και αξιώθηκε να κληθεί απόστολος του Χριστού και φωτιστής και οδηγός και ποιμένας, γιατί πρώτα έδειξεν εαυτόν καθαρόν και υπήκοο πλήρως στο θέλημα την οδηγία του Θεού.

Μήπως το ίδιο δεν είχε συμβεί και με τον Πρόδρομο στον Ιορδάνη, όταν "σύντρομος εγένετο" και συνεστάλη να βαπτίσει τον Καθαρό και δεσπότη και μετά ο Κύριος τον αποκάλεσε "μείζονα γεννητοίς γυναικών"; Μήπως ο Δανιήλ δεν έπεσε στα γόνατα, όπως τώρα ο Πέτρος και αλλοιώθηκε το είναι του έως φόβου θανάτου, όταν είχε το όραμα της θείας αποκάλυψης και άκουσε στο όνομα"ανήρ επιθυμιών";Μήπως αυτή η ταπείνωση και ο φόβος δεν βρίσκεται και στην ίδια την Θεοτόκο και ο άγγελος σπεύδει να την καθησυχάσει και να της πεί το μη φοβού και του "ευαγγελισμού τα ρήματα"; Μήπως οι μυροφόρες οι οποίες "εξίσταντο τρόμω" δεν άκουσαν μετά το "Χαίρετε" ως ανταμοιβή της μεγάλης τους αγάπης και συντριβής; Και ας θυμηθούμε πολλές από τις λειτουργικές ευχές της λατρείας μας με παραστάσεις ζωηρές και χαρακτηριστικές για τα ουράνια πνεύματα,τα οποία "φόβω και τρόμω" διακονούν τα μέγιστα μυστήρια και οφείλουν οι επί γης ιερουργοί και λειτουργοί να εικονίζουν μιμούμενοι την συστολή και την αλλοίωση τους, για να σταθούν κατά το δυνατόν άξιοι και ευεργετημένοι ενώπιον της θείας μυσταγωγίας.

Μια "καρδία συντετριμμένη και τεταπεινωμένη" έναντι του Κυρίου ποτέ δεν "εξουθενείται", αλλά αγιάζεται και δέχεται τις μεγάλες κλήσεις και αποκαλύψεις. Μόνο με την πίστη(εμπιστοσύνη) πού γεννάει την υπακοή, δηλαδή την πλήρη ανάθεση στον Θεό των πάντων, μεταμορφωνόμαστε σε ανθρώπους γνήσιους του Θεού και αυτήκοους και αυτόπτες και εντολείς του θελήματος και των μεγαλείων Του και αναδεικνυόμαστε εκλεκτοί και άξιοι εργάτες της Βασιλείας Του.

23/9/2017 ππκ 

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 22, 2017

...αυτός ο φτωχός, που σου τον δείχνει σχεδόν με το δάκτυλο. Αυτός είναι ο μαθητής του Χριστού...



«Αυτός ο φτωχός φώναζε, κι ο Θεός τον εισάκουσε». Δεν είναι πάντοτε αξιέπαινη η φτώχεια, αλλά η θεληματική, που επιτυγχάνεται σύμφωνα με το σκοπό του Ευαγγελίου. 

Διότι πολλοί είναι φτωχοί ως προς την περιουσία, όμως έχουν διάθεση πλεονεξίας. Αυτούς δεν τους σώζει η φτώχεια, τους καταδικάζει η διάθεση. Δεν είναι λοιπόν άξιος μακαρισμού πάντοτε ο φτωχός, αλλά εκείνος που περισσότερο από τους θησαυρούς του κόσμου προτίμησε την εντολή του Χριστού. Αυτούς μακαρίζει κι ο Κύριος λέγοντας : « Mακάριοι αυτοί, που είναι φτωχοί στο πνεύμα». Όχι όσοι είναι φτωχοί στην περιουσία, αλλά όσοι προτίμησαν τη φτώχεια της ψυχής. Διότι τίποτε από εκείνα, που γίνονται χωρίς διάθεση είναι άξια μακαρισμού.

Κάθε αρετή, περισσότερο σε αυτή απ’ όλες τις άλλες, είναι γνώρισμα εκείνου, που ενεργεί με τη θέλησή του. Αυτός λοιπόν, λέγει, ο φτωχός φώναξε. Με τη δεικτική αυτή φωνή στρέφει τη σκέψη σου προς τον πτωχεύσαντα και πεινώντα κι όντα γυμνό κατά το Θεό. Αυτός ο φτωχός, που σου τον δείχνει σχεδόν με το δάκτυλο. Αυτός είναι ο μαθητής του Χριστού.


Μ. Βασιλείου. Ομιλ. Στους Ψαλμούς ΛΓ΄

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 21, 2017

Επισκ.Κάλλιστος Γ.-Ορθόδοξη λατρεία: Ο επίγειος ουρανός


Υπάρχει μια ιστορία στο Πρώτο Ρωσικό χρονικό, για το πως ο Βλαδίμηρος, πρίγκηπας του Κιέβου, ενώ ήταν ακόμα ειδωλολάτρης, θέλησε να μάθει ποιά είναι η αληθινή θρησκεία και γι’ αυτό έστειλε τους ακολούθους του να επισκεφθούν τις διάφορες χώρες του κόσμου με τη σειρά. Πρώτα πήγαν στους μουσουλμάνους Βούλγαρους του Βόλγα, αλλά παρατηρώντας πως αυτοί όταν προσεύχονταν κοιτούσαν γύρω τους σαν δαιμονισμένοι, οι Ρώσοι, συνέχισαν ανικανοποίητοι το δρόμο τους. «Δεν υπάρχει χαρά ανάμεσα τους», έστειλαν αναφορά στο Βλαδίμηρο, «μόνο θλίψη και δυσωδία· και δεν υπάρχει τίποτε το καλό στο σύστημά τους». Ταξιδεύοντας κατόπιν στη Γερμανία και στη Ρώμη βρήκαν τη λατρεία πιό ικανοποιητική, παραπονέθηκαν όμως πως κι εδώ δεν υπήρχε ομορφιά. Τελικά έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη κι εδώ, επί τέλους, καθώς παρακολουθούσαν τη Θεία Λειτουργία στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας, ανακάλυψαν αυτό που ποθούσαν. «Δεν ξέραμε αν βρισκόμαστε στη γη ή στον ουρανό, γιατί σίγουρα, τέτοια λαμπρότητα και ομορφιά δεν υπάρχουν πάνω στη γη. Δεν μπορούμε να το περιγράψουμε: μόνο αυτό ξέρουμε, πως ο Θεός κατοικεί εκεί ανάμεσα στους ανθρώπους και πως η λατρεία τους ξεπερνά τη λατρεία όλων των άλλων λαών. Γιατί δεν μπορούμε να ξεχάσουμε εκείνη την ομορφιά».
Στην ιστορία αυτή μπορούμε να δούμε πολλά χαρακτηριστικά της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης. Είναι πρώτα απ’ όλα η έμφαση στη θεϊκή ομορφιά: «Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε εκείνη την ομορφιά: φαίνεται σε πολλούς πως το ιδιαίτερο δώρο των Ορθοδόξων λαών -και ιδιαίτερα του Βυζαντίου και της Ρωσίας- είναι αυτή η δύναμη να συλλαμβάνουν την ομορφιά του πνευματικού κόσμου, και να εκφράζουν αυτή την ουράνια ομορφιά στη λατρεία τους.
Είναι δε χαρακτηριστικό το ότι οι Ρώσοι είπαν: «Δεν ξέρουμε αν βρισκόμαστε στον ουρανό ή στη γη». Η λατρεία για την Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο «ουρανός επί γης». Η Θεία Λειτουργία είναι κάτι που αγκαλιάζει δυο κόσμους συγχρόνως, γιατί και στον ουρανό και στη γη η Λειτουργία είναι η ίδια -ένας βωμός, μια θυσία, μια παρουσία. Σε κάθε τόπο λατρείας, όσο ταπεινή κι αν είναι η εξωτερική του εμφάνιση, ενώ οι πιστοί συναθροίζονται για να εκτελέσουν τη θεία Ευχαριστία, ανυψώνονται σε «ουράνιους χώρους».

Σε κάθε τόπο λατρείας, όταν προσφέρεται η θεία θυσία, δεν παρευρίσκονται μόνο το τοπικό εκκλησίασμα, αλλά ολόκληρη η Εκκλησία -οι άγιοι, οι άγγελοι, η Μητέρα του Θεού, και ο Χριστός ο ίδιος: -Νυν αι δυνάμεις των ουρανών συν ημίν αοράτως λατρεύουσιν». «Αυτό ξέρουμε, ότι ο Θεός κατοικεί εκεί ανάμεσα στους ανθρώπους».
Οι Ορθόδοξοι, εμπνευσμένοι απ’ αυτό το όραμα του «ουρανού επί γης», πάσχισαν να κάνουν τη λατρεία τους σε εξωτερική λαμπρότητα και ομορφιά εικόνα της μεγάλης Λειτουργίας στον ουρανό. Το έτος 612 μ.Χ. στο προσωπικό της Αγίας Σοφίας άνηκαν 80 ιερείς, 150 διάκονοι, 40 διακόνισσες, 70 υποδιάκονοι, 160 αναγνώστες, 25 ψάλτες και 75 φύλακες• αυτό δίνει μια αμυδρή ιδέα του μεγαλείου της Λειτουργίας που παρακολουθούσαν οι ακόλουθοι του Βλαδίμηρου. Ωστόσο, κι’ αυτοί που είχαν την εμπειρία της Ορθόδοξης λατρείας κάτω από πολύ διαφορετικό εξωτερικό περιβάλλον ένοιωσαν, όχι λιγότερο από εκείνους τους Ρώσους του Κιέβου την παρουσία του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους. Ας γυρίσουμε, για παράδειγμα, από το πρώτο Ρωσικό χρονικό σε ένα γράμμα μιας Αγγλίδας, γραμμένο το 1935:
«Το πρωινό ήταν τόσο παράξενο. Μια πολύ βρώμικη και ελεεινή πρεσβυτεριανή αίθουσα ιεραποστολής σ’ ένα στάβλο πάνω από ένα συνεργείο που παραχωρείται κάθε 15 μέρες στους Ρώσους για να λειτουργούνται. Ένα στημένο τέμπλο και μερικές σύγχρονες εικόνες. Ένα ακάθαρτο πάτωμα για να γονατίσεις…Κι έδώ μέσα, δύο μεγαλοπρεπείς γέροντες ιερείς και ένας διάκονος, σύννεφα από λιβάνι και, κατά την Αναφορά, μια κυρίαρχη, υπερφυσική αίσθηση».Υπάρχει και ένα τρίτο χαρακτηριστικό της Ορθοδοξίας το οποίο διευκρινίζει η ιστορία των ακολούθων του Βλαδίμηρου.
Όταν θέλησαν να ανακαλύψουν την αληθινή πίστη, οι Ρώσοι δεν ζήτησαν ηθικούς κανόνες, ούτε απαίτησαν λογική διατύπωση του δόγματος, αλλά παρακολούθησαν τα διάφορα έθνη στην προσευχή τους. Η Ορθόδοξη προσέγγιση της θρησκείας είναι βασικά λειτουργική προσέγγιση, που κατανοεί το δόγμα στα πλαίσια της θείας λατρείας: δεν είναι σύμπτωση το ότι η λέξη «Ορθοδοξία» δηλώνει ταυτόχρονα ορθή πίστη και ορθή λατρεία, γιατί αυτά τα δύο είναι αχώριστα. Αληθώς έχει ειπωθεί για τους Βυζαντινούς ότι: «Το δόγμα γι’ αυτούς δεν είναι μόνο ένα διανοητικό σύστημα το οποίο καταλαβαίνεται από τον κλήρο και ερμηνεύεται στους λαϊκούς, αλλά ένα πεδίο όρασης μέσα στο οποίο βλέπουμε όλα τα πράγματα στη γη σε σχέση των πραγμάτων στον ουρανό, πρωταρχικά διά του λειτουργικού εορτασμού. Με τα λόγια του Γεωργίου Φλωρόφσκυ: «Ο Χριστιανισμός είναι μία λειτουργική θρησκεία. Η Εκκλησία είναι πρώτα απ’ όλα μια λατρευτική κοινότητα. Η λατρεία έρχεται πρώτη, το δόγμα και η ηθική δεύτερα».
Αυτοί που επιθυμούν να μάθουν για την Ορθοδοξία δεν χρειάζεται τόσο να διαβάσουν βιβλία, όσο να ακολουθήσουν το παράδειγμα της συνοδείας του Βλαδίμηρου και να παρευρεθούν στη Λειτουργία. Όπως ο Φίλιππος είπε στο Ναθαναήλ: «Έρχου και ίδε» (Ιωάν. α΄ 47).
Επειδή προσεγγίζουν τη θρησκεία μ’ αυτό το λειτουργικό τρόπο, οι Ορθόδοξοι συχνά αποδίδουν σε λεπτομερή σημεία τελετουργίας μια σπουδαιότητα που εκπλήσσει τους δυτικούς χριστιανούς. Αλλά μιας και καταλάβαμε την κύρια θέση της λατρείας στη ζωή του Ορθοδόξου, ένα περιστατικό όπως το σχίσμα των Παλαιοπίστων δεν θα φαίνεται πια εντελώς ακατάληπτο: εάν η λατρεία είναι η πίστη σε δράση, τότε λειτουργικές αλλαγές δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται επιπόλαια. Είναι χαρακτηριστικό το ότι ένας Ρώσος συγγραφέας του ΙΕ΄ αιώνα όταν επιτίθετο κατά της Συνόδου της Φλωρεντίας, βρήκε σφάλμα στους Λατίνους, όχι για οτιδήποτε λάθος στο δόγμα, αλλά για τη συμπεριφορά τους στη λατρεία:
«Τί έχετε δει που να αξίζει ανάμεσα στους Λατίνους; Ούτε καν ξέρουν πως να σέβονται το ναό του Θεού. Υψώνουν τις φωνές τους σαν τρελοί και το τραγούδι τους είναι ένας παράφωνος θρήνος. Δεν έχουν ιδέα περί ομορφιάς και ευλάβειας στη λατρεία, γιατί κτυπούν τρομπόνια, παίζουν σάλπιγγες, χρησιμοποιούν όργανα, κουνούν τα χέρια τους, κτυπούν τα πόδια τους, και κάνουν πολλά άλλα ανευλαβή και ακατάστατα πράγματα που φέρνουν χαρά στο διάβολο».Η Ορθοδοξία βλέπει τον άνθρωπο πάνω απ’ όλα σαν λειτουργικό ον, που βρίσκει τον αληθινό του εαυτό όταν δοξάζει το Θεό και φτάνει στην τελειότητα και την ολοκλήρωση μέσα από τη λατρεία. Μέσα στη θεία Λειτουργία που εκφράζει την πίστη τους, οι Ορθόδοξοι λαοί διοχέτευσαν όλη τη θρησκευτική τους εμπειρία. Είναι η Λειτουργία που ενέπνευσε την καλύτερή τους ποίηση, τέχνη και μουσική. Ανάμεσα στους Ορθοδόξους, η Λειτουργία δεν κατάντησε το πεδίο δράσεως των μορφωμένων και του κλήρου, όπως έτεινε να γίνει στη μεσαιωνική Δύση, αλλά παρέμεινε λαϊκή (το κοινό κτήμα ολόκληρου του χριστιανικού λαού):
«Ο κανονικός ορθόδοξος λαϊκός πιστός, με την οικειότητα που αναπτύχθηκε νωρίς στην παιδική ηλικία, νοιώθει εντελώς σαν σπίτι του στην Εκκλησία, και λαμβάνει μέρος με ασυναίσθητη και αυθόρμητη ευκολία κατά τη διάρκεια της τελετής, σε τέτοια έκταση που μπορούν να μετέχουν μόνο οι πάρα πολύ θεοσεβείς και με ψηλό εκκλησιαστικό φρόνημα άνθρωποι της δύσης».
Γ
ι’ αυτό σ’ όλες τις σκοτεινές μέρες της ιστορίας τους – κάτω από τους Μογγόλους, τους Τούρκους, ή τους κομμουνιστές – οι Ορθόδοξοι λαοί, πάντα στρέφονται στη Θεία Λειτουργία για έμπνευση και νέα ελπίδα. Και δεν στρέφονται μάταια.


(Μετάφραση: Ελένη Χατζηγεωργίου, Περιοδικό «Ορθόδοξη Μαρτυρία» -Λευκωσία, Κύπρος)

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails