ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 23, 2018

Θαρσαλέως!




"Θαρσαλέως". Αυτή η απλή και μεστή δυναμικότητας λέξη των Χαιρετισμών καταδεικνύει ξεκάθαρα το καθ' ημας Ήθος. Η αγνότητα , η αγότητα δίνει το θάρρος, την κατά Χριστόν παρρησία, την συνδιάλεξη την καθαρή, χωρίς προφάσεις και φόβους για τον άλλο.Το θάρρος είναι βασικό συστατικό των αγίων, των αγνών ανθρώπων, πού δεν έχουν να κρύψουν τίποτα και τίποτα δεν τους τραβάει προς τα κάτω, δεν τους κρατάει δεσμίους στα σκοτάδια. Αυτό το ήθος πάμε να το απολέσουμε σήμερα. Έχουμε νοθευτεί. Τα φαντάσματα του πονηρού και οι τρομαχτικές παγίδες της ερήμου δραπέτευσαν από την άβυσσο του εσωτερικού κόσμου. Έγιναν απτά και ορατά φόβητρα, σε έναν κόσμο πολεμικό και ανάλγητο, γεμάτο εξουσιασμό και φόνους.Ο κόσμος είναι αντίχριστος επειδή δεν σέβεται και δεν υπολογίζει την μοναδικότητα του ανθρώπου, της φύσης την οποία καταδέχτηκε ο Λόγος του Θεού. Ο άνθρωπος έπαψε να έχει εμπιστοσύνη(πίστη) στην προστασία και επαγγελία του Θεού του και κρύβεται, αμύνεται μέσα σε ένα καβούκι όλο αγκάθια για τον περιβάλλοντα χώρο του. Επειδή " ο άλλος είναι η κόλαση μου", έχουμε γίνει κόλαση οι ίδιοι για τον εαυτό μας. Ότι πολλά τα πταίσματα και τα ανομήματα μας. Δεν μπορεί ο σκλάβος των παθών να είναι θαρρετός και θαρραλέος, γιατί δεν είναι πια ελεύθερος. Αυτό είναι το μήνυμα της Θεοτόκου σε έναν ανελεύθερο, φοβικό και φοβισμένο κόσμο. Εσωτερική και εξωτερική ελευθερία! Ας την διεκδικήσουμε με τον εξαγνισμό και την κάθαρση μας.Αν έχουμε ακόμα την δύναμη. 

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 22, 2018

Το εγώ και ο αληθινός Θεός


Ὅταν τὸ ἐγὼ ἀναζητᾶ τὸ Θεό, ἀπογοητεύεται βαθειὰ ἀπὸ τὴ σιωπή Του. Τὰ ὅρια τῆς σιωπῆς, τοῦ σκότους καὶ τῆς ἀπόκρυψης μὲ τὰ ὁποῖα συνήθως ὁ Θεὸς περιβάλλει τὸν Ἑαυτό Του, ἀντιμετωπίζονται μὲ ἀπογοήτευση, ἐπιχειρήματα, θυμὸ, ἀκόμα καὶ ἀπόρριψη. Τὸ ἐγὼ συχνὰ ἀντικαθιστᾶ τὰ προϊόντα τοῦ μυαλοῦ μὲ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ὡς ἰδέα εἶναι ἕνας Θεὸς ποὺ ταιριάζει ἀπόλυτα στὶς ἀνάγκες τοῦ ἐγώ. Τέτοιος Θεὸς θὰ καταλήξει νὰ εἶναι μία εἰκόνα τοῦ ἴδιου τοῦ ἐγώ. Ἀναπόφευκτα γινόμαστε αὐτὸ τὸ ὁποῖο λατρεύουμε.

Τὰ χρόνια κατὰ τὰ ὁποῖα ἔψαχνα σοβαρὰ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, μὲ ἕλκυε ἕνας Θεὸς τὸν ὁποῖο δὲν μποροῦσα νὰ ἀποκτήσω. Ἀντιλαμβανόμουν τὴν εὐχαριστιακὴ πειθαρχία τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ὅτι ὑπῆρχαν πράγματα ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ φάω ἢ νὰ πιῶ καὶ χώρους στοὺς ὁποίους δὲν μποροῦσα νὰ ἐπισκεφτῶ, ἐνῶ τὸ πνευματικό μου ταξίδι ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία δὲν εἶχε ὅρια. Μποροῦσα νὰ πάω ὅπου ἤθελα, νὰ πῶ ὁτιδήποτε, νὰ φάω ἢ νὰ πιῶ καὶ νὰ ταξιδέψω ὅπου ἤθελα. Καὶ ἔτσι κάθε προσπάθεια ποὺ κατέβαλλε τὸ ἐγώ μου, μὲ ἔφερνε ἀντιμέτωπο μὲ τὸ ἴδιο τὸ ἐγώ μου. Οἱ ἀκολουθίες τῆς Κυριακῆς ποὺ ἐπιτελοῦσα ὡς Ἀγγλικανὸς ἱερέας ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μεγάλων διαπραγματεύσεων, μεταξύ τοῦ δικοῦ μου ἐγὼ ἐνάντια στὰ ἐγὼ τῶν ἄλλων ποὺ ἤθελαν κάτι ἄλλο. Ἡ λατρεία ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς ἀνήσυχης εἰρήνης, μιὰ ἐκπαίδευση σ’ ἕναν ἀνταρτοπόλεμο. Στὴν τελευταία μου ἐνορία, εἴχαμε τρεῖς λειτουργίες κάθε Κυριακή, γιὰ τρεῖς διαφορετικὲς ὁμάδες, οἱ ὁποῖες συχνὰ δὲν συμπαθοῦσαν ἡ μία τὴν ἄλλη.

Ἡ σύγχρονη συνήθεια τοῦ νὰ ψάχνουμε μία φιλικὴ Ἐκκλησία εἶναι τὸ λογικὸ παράγωγο μιᾶς ζωῆς ποὺ περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὴ θεωρία τῆς ἀγορᾶς. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ θεραπεύσει τὴν ἀσθένεια ποὺ μᾶς ταλαιπωρεῖ ὅλους. Ὁ Ἰησοῦς δὲν πέθανε γιὰ νὰ σώσει τὸ ἐγώ. Πέθανε γιὰ νὰ τὸ νεκρώσει. Ὅταν μεταστράφηκα στὴν Ὀρθοδοξία, ἕνας φίλος, ὁ ὁποῖος ἀσπαζόταν τὸ σύγχρονο φιλελευθερισμό, εἶπε: «Ὁ Στέφανος ἔγινε Ὀρθόδοξος γιατί φοβᾶται τὴν ἀλλαγή».

Γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἔγινα Ὀρθόδοξος γιατί φοβόμουν ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε ἀλλαγή, ἀλλὰ ὅτι οἱ ἴδιες κουβέντες θὰ ἐπαναλαμβάνονταν διαρκῶς.

Τὸ ἐγὼ κατασκευάζει μία χαρούμενη πόλη, γεμάτη μὲ κτίρια, ποὺ εἶναι προϊόντα διαπραγμάτευσης καὶ διαρκῶς μεταβαλλόμενους δρόμους. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν ἀξίες γιατί δὲν ὑπάρχει πραγματικότητα. Μόνο τὰ ὅρια ποὺ βάζουμε στὴ ζωὴ μας φανερώνουν τὸ ποιοὶ εἴμαστε. Ἐγὼ δὲν εἶμαι Θεός.


π. Στέφανος Freeman,τα όρια της ζωής μας

από εδώ

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 21, 2018

Φως Χριστού φαίνει πάσι!


ιστορική και θεολογική προσέγγιση
του Παναγιώτη Ι. Σκαλτσή

Από τα ωραιότερα στοιχεία της Προηγιασμένηςχαρακτηριστικά της Λειτουργίαςαυτής ως εσπερινής σύναξης, είναι ό σταυρο­ειδής φωτισμός-εύλογία του λάου με τη σχε­τική εκφώνηση «φως Χρίστου φαίνει πάσι», και ή ψαλμωδία του «Κατευθυνθήτω ή προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιον σου...» μετά άπό τα αναγνώσματα.
Το πρώτο λέγεται άπό τον ίερέα μαζί με το «Σοφία· ορθοί» μετά το Παλαιοδιαθηκικό ανά­γνωσμα από τη Γένεση, το δεύτερο προκείμε­νο ττού ακολουθεί,και το «Κέλευσον» πού λέ­γει ό αναγνώστης. Τότε ό ιερέας κρατώντας θυμιατό στο δεξί χέρι και λαμπάδα,«μανουάλιον μετά κηρου», στο αριστερό, στέκεται μπροστά στην Αγία Τράπεζα και φωτίζει σταυροειδώς το λαό, λέγοντας το «Σοφία· ορθοί». Κατόπιν σφραγίζει σταυροειδώς πάλι το λαό, λέγοντας το «φως Χρίστου φαίνει πάσι».

Για τη λειτουργική και θεολογική σημασία αυτής της ευλογίας έχουν εκφρασθεί διάφορες άπόψεις. Κατά μίαν ερμηνεία το «φως Χρί­στου...» αναφέρεται στα αναγνώσματα της Πα­λαιάς Διαθήκης, των όποίων οι συγγραφείς φω­τίσθηκαν και έμπνεύσθηκαν από το φως του Χρίστου. Επομένως, πρέπει να σχετισθούν με το αληθινό φως της θεογνωσίας πού πηγάζει άπό το Χριστό και να ερμηνευθούν στην προοπτική του ευαγγελικού φωτός.
Ό Σμέμαν μιλά για την εκπλήρωση των προφητειών στο πρόσωπο του Χρίστου,και ό άγιοςΣυμεών Θεσσαλονίκης δικαιολογεί την ένταξη της εν λόγω φράσης μεταξύ των δύοαναγνωσμάτων ως εξής· «Ή μεν Γένεσις τα απαρχής διηγείται, την δημιουργίαν των όντων και την εκπτωσιν τον Αδάμ. Ή Παροιμία δε αίνιγματωδώς τα περί τον Υίον του Θεού έκδιδάσκει και τοις δι' αυτόν υίοθετηθείσι παραι­νεί, ώσπερ υίοϊς, και Σοφίαν αυτόν τον Υίόν ονομάζει καί οίκον οίκοδομήσαι έαυτη λέγει, το πανάγιον αυτόύ σώμα,... καί φως εστί τα άνω καί τα κάτω φωτίζων»*

Το αισθητό, λοιπόν,φως πού ευλογείται καί άνάπτεται την ώρα αύτη γίνεται τύπος του Χρι­στού, της Σοφίας του Θεού, για την οποίαν «αίνιγματωδώς» κάνουν λόγο οι Παροιμίες· «ότι δε τύπον του άληθινού φωτός Ιησού Χριστού σημαίνει τούτο το φως».
Όρισμένοι έπίσης συνδέουν το «φως Χρί­στου...» με τους κατηχουμένους καί κυρίως τους φωτιζόμενους, οι όποιοι από τα μέσα της Με­γάλης Τεσσαρακοστής προετοιμάζονταν για το βάπτισμα πού γινόταν το βράδυ του Μεγά­λου Σαββάτου. Το φως του Χριστού «φαίνει πάσι», καί -περισσότερο στους φωτιζόμενους,των οποίων μάλιστα σε μία ευχή ζητείται ό καταυγασμός της διάνοιας των. «Το φως τον βαπτίσματος, ενσωματώνοντας τους κατηχουμένους στο Χριστό, θα ανοίξει το νου τους στηνκατανόηση των ρημάτων Του»*

Ό συσχετισμός αυτός όμως, σημειώνει ό κα­θηγητής Ιωάννης Φουντούλης, είναι εντελώςεξωτερικός· «.Στήν εσπερινή σύναξι δεν παρίσταντο μόνον οι κατηχούμενοι καί οι φωτιζό­μενοι, αλλά καί οι πιστοί. Το "φως Χρίστου" εξ αλλού λέγεται σ' όλες τις Προηγιασμένες καί προ της Τετάρτης της Μεσονηστισίμου εβδο­μάδος ήμερες, κατά τις όποιες δεν παρίστατο ή τάξις των φωτιζόμενων, γιατί δεν είχε ακόμησυγκροτηθεί. Άλλα καί κατά τον Ι αιώνα, οπό­τε για πρώτη φορά απαντά το "φωςΧρίστου..."στην Προηγιασμένη,οί διακρίσεις των τάξε­ων των κατηχουμένων είχαν πια ατονήσει».
Οί ρίζες επομένως της λειτουργικής αυτής πράξης θα πρέπει να αναζητηθούν αλλού,και οπωσδήποτε στο αρχαϊκότατο έθος, κατά το οποίο ή υποδοχή του φωτός, το άναμμα των λύχνων στην εσπερινή σύναξη της Εκκλη­σίας συνοδευόταν με ύμνους, ευλογίες και επευφημίες.

Για τη συνήθεια αυτή μιλούν σαφέστατα ό Τερτυλλιανός, ό Ιππόλυτος Ρώμης κ.ά. Χα­ρακτηριστική βεβαίως είναι ή μαρτυρία του Μεγάλου Βασιλείου, συμφωνά με την όποία οι Πατέρες μας υποδέχονταν «την χάριν τον εσπερινού φωτός» όχι σιωπηλά, άλλα με Ευχα­ριστία και με σχετικό ύμνο, την «αρχαίαν φωνήν», τό γνωστό δηλαδή τροπάριο του Εσπε­ρινού, «φως ίλαρόν», που τό έλεγε ό λαός.
Ανάλογη επευφημία κατά την υποδοχή και ευλογία του εσπερινού φωτός είναι και τό «φως Χρίστου φαίνει πάσι». πού διασώθηκε στην Προηγιασμένη ως κατάλοιπο της αρχαίας εσπερινής λατρευτικής πράξης. Είναι ένα είδος αναδίπλωσης του έπιλυχνίου ύμνου «φως ίλαρόν..,».
Κατά παλαιά συνήθεια τό «φως Χριστου...», φράση πού τον τέταρτο-πέμπτο
αιώνα τη βρίσκουμε χαρα­γμένη ολόκληρη ή συντε­τμημένη (ΦΧΦΠ) σε λυ­χνίες, τό έλεγε ό διάκονος, ό όποιος μετέφερε και την αναμμένη λυχνία στηνεσπερινή σύναξη του Ναοΰ.'Ηταν κατά κάποιον τρόπο σύνθημα για τό άναμμα των φώτων, τα όποια μέχρι την ανάγνωση των Παροιμιών στην Προη­γιασμένη ήσαν κλειστά.
Από τό «φως Χρίστου...» άρχιζε ουσιαστικά και τό έργο του νεωκόρου.Αυτό φαίνεται και από ορισμένες μαρτυρίες, σύμφωνα με τις όποιες τό «Κέλευσον» δεν τό έλεγε ό αναγνώστης, άλλα ό«κανδηλάπτης», ζητώντας τρόπον τινά την άδεια να επιτελέ­σει τό ύποΰργημά του.
Τον αρχαίο τρόπο ανάμματος, μεταφοράς άπό τό διάκονο και ευλογίας του εσπερινού φωτός στη λειτουργία των Προηγιασμένων μας τον διασώζουν τόσο τα λειτουργικά χει­ρόγραφα, όσο και ό άγιος Συμεών Θεσσαλο­νίκης. Κατ' αυτόν ή σταυροειδής σφράγιση κα'ι ευλογία του λαού δε γινόταν από τό ιερό βήμα, αλλά από το μέσον του Ναού.
Εκεί κατέληγε ό διάκονος εν πομπή, μετά την ευλογία του φωτός πού ζητούσε από τονΙερέα, «κρατών την λαμπάδα και τό θυμιατήριον και προπορευόμενων των αναγνωστών...Και πληρωθείσης της Γενέσεως, φαίνεται ευθύς μετά των φώτων, τάς βασιλικάς πύλας είσιών, άνισταμένων απάντων. "Ως και εις τό μέσον στάς του Ναού,ποιείται σταυρού τύπον τω θυμιατηρίω έκφώνως λέγων "Σοφία· ορθοί. Φως Χρίστου φαίνει πάσι". Και εις τό άγιον βήμα εισέρχεται» 
Ή είσόδευση του διακόνου στο μέσον του Ναού, κατά τη μαρτυρία του Τυπικού της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως του Θ'-Ι αιώνα, δε γινόταν μεταξύ των δύο αναγνωσμάτων, αλλά αμέσως μετά από αυτά. «Και εις τό τέλος των δύο αναγνωσμάτων λαμβά­νει ό διάκονος τό μανουάλιον και εΐσοδευει λέγων τό "φως Χρίστου φαίνει πάσι". Και ευθέως λέγει ό διάκονος "Σοφία " και ό πρεσβύτερος "Ειρήνη πάσι" και ό ψάλ­της τό "Κατενθυνθήτω"».Αυτή ήταν και ή αρχική θέση του«φως Χρίστου...», πού σημαίνει ότι δεν έχει σχέση με τα αναγνώσματα, άλλα με τό«Κατευθυνθήτω». «Ή μετάθεσίς του με­ταξύ των αναγνωσμάτων έγινε αργότερα, προφανώς για να δοθή χρόνος για τό άναμμα των φώτων του Ναού, ώστε κατά τό "Κατευθυνθήτω" να είναι ό Ναός φω­ταγωγημένος».
Από τό σημείο μάλιστα αυτό αλλάζει και τό κλίμα της όλης ακολουθίας και εισερχό­μαστε στο κύριο μέρος της λειτουργίας των Προηγιασμένων, πού είναι ή θεία κοινωνία.Τό άξιοπαρατήρητο δε,πού εδώ μας ενδια­φέρει, είναι ή επανάληψη του «Κατευθυνθήτω», δευτέρου στίχου του 140ού ψαλμού, και ή κατανυκτική ψαλμωδία του έξι φορές από τον ιερέα και τους χορούς29ενώ ό ιερέας θυμιά την 'Αγία Τράπεζα.


από εδώ

Τρίτη, Φεβρουαρίου 20, 2018

κοσμάς πολίτης- [...πολιτεία να αρμενίζει στα ουράνια...]



Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα ματαδείς ένα τέτοιο θάμα. Αρχινούσανε την Καθαρή Δευτέρα -είτανε αντέτι- και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη, ώσαμε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ’ Αλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. […] Ολάκερη τη Μεγάλη Σαρακοστή, κάθε Κυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Ανέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Και όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορονίζανε ψηλά. Θα που πεις, κι εδώ, την Καθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Είδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Εκεί, ούλα είταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Και χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου.», (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, Εστία).

*Τσερκένι: ο χαρταετός

Περιπλάνηση δίψας για τον Θεό

Ο Όσιος Βησσαρίων γεννήθηκε στην Αίγυπτο, στην πόλη Μισήρι και έζησε περί τα τέλη του 4ου και αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. Διήλθε το βίο του στην έρημο της Αιγύπτου ως ασκητής. Ποτέ δεν απέκτησε ένα ένδυμα. Επί σαράντα ημέρες και νύχτες στάθηκε ακλόνητος σε ακανθώδες θάμνους, σαν στύλος, για να υπερνικήσει τον ύπνο, έχοντας τα χέρια και το βλέμμα στραμμένα προς τον ουρανό, την δε ψυχή του ενωμένη με τον Θεό. Ο Θεός τον τίμησε με την χάρη και ευλογία του, αφού επιτέλεσε μεγάλα θαύματα.

Τα Συναξάρια περιέχουν πολλά θαύματα του Αγίου. Έτσι αναφέρεται ότι έστησε τον ήλιο και ότι διερχόταν τους ποταμούς χωρίς να βρέχεται, όπως ο Ελισσαίος διέβη τον Ιορδάνη και όπως ο Προφήτης Ηλίας κατεβίβασε βροχή και πότισε την διψασμένη και άνυδρη γη.

Αδελφός πού συγκατοικούσε με αδελφούς ρώτησε τον αββά Βησσαρίωνα: «Τι να κάνω;». Του λέγει ό Γέροντας: «Να σιωπάς και μην κρίνεις τα πράγματα με βάση τον εαυτό σου».Ό αββάς Βησσαρίων αποθνήσκοντας έλεγε: «Ό μοναχός οφείλει να είναι σαν τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ. όλος οφθαλμός».Διηγήθηκαν οι μαθητές του αββά Βησσαρίωνα ότι ό βίος του ήταν σαν ένα από τα πετεινό ή τα θαλάσσια η τα χερσαία ζώα, που πέρασε όλο το χρόνο της ζωής του ατάραχα και αμέριμνα. Γιατί δεν ασχολιόταν με φροντίδες για την οικία του, Ούτε φάνηκε να κυριαρχεί στην ψυχή του επιθυμία για ωραίους τόπους, ούτε κορεσμός απολαύσεως, ούτε απόκτηση οικημάτων... αλλά φάνηκε ολότελα ελεύθερος από τα πάθη του σώματος, τρεφόμενος με την ελπίδα των μελλοντικών αγαθών, και έχοντας ως πνευματικό οχύρωμα την πίστη, υπέμενε καρτερικά πορευόμενος σαν αιχμάλωτος εδώ κι εκεί, διαμένοντας στο ψύχος και χωρίς σκεπάσματα και κατακαιόμενος από τη φλόγα του ήλιου, πάντοτε άστεγος , τριγυρίζοντας σαν περιπλανώμενος σε απόκρημνες ερημιές, και πολλές φορές προτιμώντας να περιφέρεται στην πλατειά ακατοίκητη χώρα της άμμου σαν σε πέλαγος.Και αν συνέβαινε καμιά φορά να έλθει σε ήμερους τόπους, όπου οί μοναχοί της ομότροπη ζωής έχουν κοινό το βίο, έκλαιγε καθισμένος έξω από τίς θύρες και οδυρόταν σαν κάποιος που ξεβράστηκε από ναυάγιο. Στη συνέχεια εξερχόμενος κάποιος από τους αδελφούς και βρίσκοντας, τον να κάθεται σαν ένας φτωχός ζητιάνος τον πλησίασε και με συμπόνια του είπε: «Τι κλαις, άνθρωπε; Εάν χρειάζεσαι κάτι από τα αναγκαια. θα το πάρεις κατά το δυνατό, μόνο έλα μέσα να μετάσχεις στην τράπεζα μας και να παρηγορηθείς». Αυτός τότε αποκρίθηκε ότι δεν μπορεί να μείνει κάτω από στέγη, («πριν να βρω την κατοικία μου») λέγοντας ότι έχει χάσει πολλά χρήματα με διάφορους τρόπους. «Περιέπεσα σε πειρατές, έλεγε. και έχω υποστεί ναυάγιο και ξέπεσα από την ευγένεια μου μου, έγινα από ένδοξος άδοξος».Ό αδελφός στεναχωρημένος από τα λόγια του Γέροντα, μπήκε μέσα, πήρε ψωμί και του έδωσε λέγοντας: «Πάρε τούτο, πάτερ, τα υπόλοιπα Θα σου τά προσφέρει ό Θεός, όπως λέγεις, την πατρίδα και τους συγγενείς και τον πλούτο πού ανέφερες».Κι ό Γέροντας πιο πολύ λυπημένος φώναξε δυνατά τρίζοντας τα δόντια: «Δεν γνωρίζω να πω αν θα μπορούσα να βρω αυτά που έχασα και τα αναζητώ' αλλά ακόμη περισσότερο θα δοθώ στα παθήματα, αδιάκοπα κινδυνεύοντας καθημερινά μέχρι Θανάτου, μη βρίσκοντας ανάπαυση από τις αμέτρητες συμφορές μου. Γιατί πρέπει να τελειώσω το δρόμο μου με συνεχή περιπλάνηση».



Δευτέρα, Φεβρουαρίου 19, 2018

Μεγάλη Σαρακοστή: Η μεγάλη χαρά!


Το θέμα φαίνεται οξύμωρο, αφού η Μεγάλη Σαρακοστή είναι συνδυασμένη με τη λύπη, την άσκηση, τη σιωπή, τη νηστεία. Αυτό δηλαδή που ονομάζουμε «πνευματικό πένθος».
Πράγματι, την περίοδο αυτή καλούμαστε να συνειδητοποιήσουμε την κατάστασή μας, που χαρακτηρίζεται από την αμαρτία, την αδυναμία, τη νωθρότητα, την αδιαφορία. Να συνειδητοποιήσουμε πως ο Θεός δεν είναι, δυστυχώς, το Α και το Ω της ζωής μας. Και, στη συνέχεια, να επανατοποθετηθούμε έναντι του εαυτού μας, που ζητά την ουσία της ζωής, το αληθινό πνευματικό βίωμα.
Αυτό βασικά οδηγεί στη μετάνοια που εκφράζεται με την εσωτερική ανάγκη «να κάνουμε κάτι», για να βγούμε από το αδιέξοδο της ύπαρξής μας, όσο οι δυνάμεις και τα χρόνια μας το επιτρέπουν. Ήδη «το τέλος εγγίζει» και «ο καιρός είναι ευπρόσδεκτος» για μια τέτοια αλλαγή.
Όλα αυτά φέρνουν την κατάνυξη, τον προβληματισμό, τη συστολή, τη συντριβή της καρδίας, τον καρδιακό πόνο. Αυτό που οι φιλοκαλικοί πατέρες ονομάζουν «την κατά Θεόν λύπη».
Όμως, ξέρουμε πως υπάρχει και η άλλη λύπη, που φέρνει διάλυση των δυνάμεων, απόγνωση κι απογοήτευση. Αυτή η «άλλη λύπη» έχει ως αιτία την αμαρτία και τα πάθη μας που ριζώνουν στο νου και στην καρδία. Ακόμα, πηγάζει από τις δύσκολες συνθήκες της ζωής μας, στην οικογένεια, στα οικονομικά και στο επάγγελμά μας. Υπάρχουν και οι περιπτώσεις των προσωρινών ή μόνιμων δοκιμασιών που έρχονται απρόσμενα και αλλάζουν την πορεία της ζωής.
Η Μεγάλη Σαρακοστή μας αποκαλύπτει τη λύπη μέσα από το πρίσμα της εκκλησίας, δηλαδή «του ετέρως οράν τα πράγματα» (της διαφορετικής θεώρησης της ζωής).
Με τα λόγια που είπε ο Χριστός στους μαθητές Του, την τελευταία νύχτα για την αναχώρησή Του και το πάθος Του, «η λύπη πεπλήρωκεν την καρδία τους» (Ιω.16,6). Τους βεβαίωσε όμως πως θα Τον δουν πάλι και θα χαρεί η καρδία και την χαρά αυτή κανείς δεν θα μπορέσει να τους την αφαιρέσει (Ιω.16,22).
Η χαρά του Χριστού είναι πολύ μεγάλη. Περνά όμως μέσα από πολύν πόνο, είτε σωματικό είτε ψυχικό. Γιατί ο πόνος «καθαίρει» από τα περιττά, απ' όσα μας εμποδίζουν να δούμε το φως, να χαρούμε τις δωρεές Του, να πετάξουμε ...;
Η Μεγάλη Σαρακοστή, με τον τρόπο που μας καλεί η εκκλησία να τη ζήσουμε -δηλαδή τη νηστεία, την άσκηση, τη σιωπή, τις πολλές και μακρές Ακολουθίες- γίνεται οδός προς τη χαρά, την ουσιαστική, την εσωτερική, τη μένουσα χαρά.
Όσο θα ζούμε την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής ως περίοδο πνευματικής λύπης και πένθους, που εκφράζεται με τον πόνο γι' αυτό που είμαστε και δεν θα έπρεπε ή γι' αυτό που δεν είμαστε και θα έπρεπε ως τέκνα Θεού, τόσο η χαρά του Χριστού θα μας γεμίζει.
Τότε όλη η περίοδος θα χαρακτηρίζεται από το «χαροποιόν πένθος», τη «χαρμολύπη» των Αγίων, με αποκορύφωμα το Πάσχα, την εορτή των εορτών, όπου θ' ακούμε συνεχώς ότι είναι «η ημέρα ήν εποίησεν ο Κύριος» γι' αυτό «αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή».

π. Ανδρέας Αγαθοκλέους, Καθηγητής - Λάρνακα

από ιστολόγιο αγιορείτης






Κυριακή, Φεβρουαρίου 18, 2018



Μή αποστρέψης τό πρόσωπό σου
από τού παιδός σου, ότι θλίβομαι//
ταχύ επάκουσόν μου// πρόσχες
τή ψυχή μου, καί λύτρωσαι αυτήν.

Ακούστε τή θαυμάσια μελωδία τού στίχου τούτου, αυτή τήν κραυγή πού ξαφνικά γεμίζει τήν εκκλησία "...ότι θλίβομαι!" - καί θά καταλάβετε τό σημείο από τό οποίο ξεκινάει η Μεγάλη Σαρακοστή: τό μυστηριώδες μίγμα τής ελπίδας μέ τήν απογοήτευση, τού φωτός μέ τό σκοτάδι. Η όλη προετοιμασία έφτασε πιά στό τέλος.
Στέκομαι μπροστά στό Θεό, μπροστά στή δόξα καί στήν ομορφιά τής Βασιλείας Του. Συνειδητοποιώ ότι ανήκω σ' αυτή, ότι δέν έχω άλλη κατοικία, ούτε άλλη χαρά, ούτε άλλο σκοπό. Συναισθάνομαι ακόμα ότι είμαι εξόριστος από αυτή μέσα στό σκοτάδι καί στή λύπη τής αμαρτίας γι' αυτό "θλίβομαι"!
Τελικά παραδέχομαι ότι μόνο ο Θεός μπορεί νά μέ βοηθήσει σ' αυτή τή θλίψη, ότι μόνον σ' Αυτόν μπορώ νά πώ "πρόσχες τή ψυχή μου". Μετάνοια πάνω απ' όλα, είναι τό απελπισμένο κάλεσμα γιά τή θεία βοήθεια.
Πέντε φορές επαναλαμβάνουμε αυτό τό Προκείμενο. Καί τότε νά! η Μεγάλη Σαρακοστή αρχίζει. Τά φωτεινά χρωματιστά άμφια καί καλύμματα τού ναού αλλάζουν// τά φώτα σβήνουν. Όταν ο ιερέας εκφωνεί τίς αιτήσεις, ο χορός απαντάει μέ τό "Κύριε ελέησον" τήν κατ' εξοχήν σαρακοστιανή απάντηση.
Γιά πρώτη φορά διαβάζεται η προσευχή τού Αγίου Εφραίμ πού συνοδεύεται από μετάνοιες. Στό τέλος τής ακολουθίας όλοι οι πιστοί πλησιάζουν τόν ιερέα καί ο ένας τόν άλλο, ζητώντας τήν αμοιβαία συγχώρεση. Αλλά καθώς γίνεται αυτή η ιεροτελεστία τής συμφιλίωσης, καθώς η Μεγάλη Σαρακοστή εγκαινιάζεται μ' αυτή τήν κίνηση τής αγάπης, τής ενότητας καί τής αδελφωσύνης, ο χορός ψάλλει πασχαλινούς ύμνους.
Πρόκειται τώρα πιά νά περιπλανηθούμε σαράντα ολόκληρες μέρες στήν έρημο τής Μεγάλης Σαρακοστής. Όμως από τώρα βλέπουμε νά λάμπει στό τέλος τό φώς τής Ανάστασης, τό φώς τής Βασιλείας τού Θεού".

π.Αλεξ.Σμέμαν

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails